Το «Ποδήλατο με αερόσακο», η δεύτερη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ξέστερνου (Ιωλκός, 2025), ορμά στα μονοπάτια των εφηβικών αναμνήσεων και βιωμάτων συμπαρασύροντάς μας σε ένα παιγνιώδες, λογοτεχνικό ταξίδι. Ο τίτλος, συμβολικός και ειρωνικός, προοικονομεί τη συνέχεια. Η παρουσία του αερόσακου στο ποδήλατο, μέσο μεταφοράς ταυτισμένο με την παιδική ανεμελιά και αθωότητα, λειτουργεί ως επίφαση ασφάλειας αφού τίποτα και κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει μία προστατευμένη ζωή.
Παράλληλα, οι τίτλοι των περισσότερων ποιημάτων μεταφράζονται πολυσήμαντα γεννώντας σκέψεις και συνειρμούς. Ενδεικτικό είναι το «Δυτικό Παραπέτασμα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ» με λέξεις φορτισμένες ιστορικά, που ο ποιητής επαναπροσδιορίζει. Οπως ο αερόσακος έτσι και το παραπέτασμα λειτουργεί ως ψευδαίσθηση ελευθερίας. Η λάμψη του δυτικού πολιτισμού που υπόσχεται ευημερία, πλούτο και ανεξαρτησία, ταυτόχρονα συγκαλύπτει τη ματαιότητα του υπερκαταναλωτισμού, την αποξένωση, την καταρράκωση των ηθικών αξιών, τη μοναξιά. Η θεματική της παρακμάζουσας κοινωνίας απασχολεί τον ποιητή και στην «Περιοδική ασυγχρονία», με τον παράδοξο επίσης τίτλο, όπου η φαινομενική πληρότητα αντιπαρατίθεται στο εσωτερικό κενό. Ο Ξέστερνος, αναφορικά με την παραίτηση των ιδανικών, αξιοποιώντας δημιουργικά την τεχνική της διακειμενικότητας, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι συνομιλεί με το καβαφικό ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους», ανασημασιοδοτώντας το γνωστό μοτίβο των βαρβάρων στη σύγχρονη εποχή.
Ο ποιητής με τη διερευνητική, υπαινικτική του ματιά θέτει ερωτήματα που η αναγνώστρια και ο αναγνώστης καλούνται να αποκρυπτογραφήσουν μέσα από οικεία, με πρώτη ματιά, εικονοποιία, όπως η αυλή ενός σπιτιού:
Στο κέντρο της καταπράσινης αυλής/ κρέμεται μια θηλιά/ αργόσχολοι σουλατσαδόροι την περιεργάζονται/ και δοκιμάζουν αν χωράει η κεφαλή τους/ βρίσκουν το θέαμα spectacle extraordinaire/ ο κηπουρός πάλι ανακοινώνει/ η θηλιά είναι στα μέτρα των μελών της οικογένειας.// Οι γαρδένιες, τα κρίνα και τ’ άσπρα τριαντάφυλλα/ αγωνιούν πότε θ’ ανθίσει ο μανδραγόρας/- έχει πρωταγωνιστικό ρόλο-/ έρχεται άνοιξη, βλέπεις/ και καμιά φορά αισθάνονται μοναξιά/ χρειάζονται την παρηγοριά του («Οικογενειακός κήπος», σελ. 14).
Ο οικογενειακός κήπος, η καταπράσινη αυλή, οι γαρδένιες, τα κρίνα και τα άσπρα τριαντάφυλλα παραπέμπουν σε μία ήσυχη, ειδυλλιακή ζωή. Παράλληλα στο ίδιο σκηνικό η ύπαρξη της θηλιάς καταμεσής του κήπου, σύμβολο βίαιου θανάτου, αλλά και του μανδραγόρα, φυτό συνδεδεμένο με τη μαγεία και την τελευταία κραυγή πριν τον θάνατο ανατρέπουν το σκηνικό ραστώνης και ερμηνεύονται ποικιλοτρόπως. Τα μέλη της οικογένειας είναι δεμένα και υποταγμένα στις προσδοκίες των γονέων με ό,τι αυτό συνεπάγεται και παράλληλα η κριτική της σύγχρονης κοινωνίας πανταχού παρούσα σε δράματα και πένθη αντιμετωπίζει τη βία και τον πόνο ως θέαμα.
Ο Ξέστερνος δεν υποκύπτει σε γλωσσικούς εντυπωσιασμούς. Με λέξεις απλές και περιεκτικές υφαίνει τον νοηματικό του ορίζοντα σαρκάζοντας τον σύγχρονο τρόπο διαβίωσης. Στο «Νήμα», η χρήση των λέξεων ψαλίδι, νήμα, πλέξιμο, βελόνες σκιαγραφεί μία πράξη καθημερινής, οικογενειακής αλληλεπίδρασης. Ομως το νήμα μετατρέπεται σταδιακά σε θηλιά «πολλές θηλιές τυλίγονται στο λαιμό σου» υπαινίσσοντας πως ό,τι χτίζεται με αγάπη και φροντίδα μπορεί με τα χρόνια να γίνει δεσμός ασφυκτικός.
Ο ίδιος αποπνικτικός γονεϊκός δεσμός διαφαίνεται και στο ποίημα «Αυτόφωτος».
Πατέρα, με θωρείς;/ Είμαι από την άλλη πλευρά/ εκεί που μ’ έστειλες/ ζωσμένος στις φλόγες/ φώτισα τη νύχτα./ Δεν μπορεί να προσποιείσαι/ ότι δε με θωρείς/ όσο μακριά και αν είμαι/ όσες στάχτες επιμελώς/ κι αν ρίχνεις στα μάτια σου (σελ. 33).
Η πατριαρχική μορφή εξουσίας επιβάλλει μοντέλα συμπεριφοράς σύμφωνα με κοινωνικά, αποδεκτά πρότυπα. Ο αυτόφωτος νέος–έφηβος βιώνει μία διαδικασία αυτογνωσίας και τελικά ατομικής μεταμόρφωσης. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο συνειδητοποιημένος πολίτης που ασφυκτιά από εξουσιαστικές μορφές και στερεότυπα ανατρέπει την προκαθορισμένη πορεία και αναζητά εναλλακτικές λύσεις και επιλογές.
Στο ποίημα «Αθανασία», το τελευταίο της συλλογής, η παλαιότερη γενιά παραδίδει τη σκυτάλη στη νεότερη. Οι συμβολισμοί είναι διάχυτοι στην ποίηση του Ξέστερνου και αποτελούν τρανή απόδειξη της ποιητικής του ευστροφίας. Η χειραγώγηση στη σιωπή, η εκπαιδευμένη καταπίεση, η ανοχή και η αντοχή στον πόνο και παράλληλα η αίσθηση του «όλα πάνε καλά» σε μία κοινωνία που θέλει τους πολίτες κατασταλμένους, να επιβιώνουν σιωπώντας, χωρίς να ενοχλούν, να εναντιώνονται, να διεκδικούν.
Η ποιητική συλλογή «Ποδήλατο με αερόσακο» του Γιάννη Ξέστερνου με γραφή πιο αποφασιστική και δυναμική εδραιώνει έναν μεστό ποιητικό λόγο που έχει ως πυρήνα την αφηγηματική συνοχή, την πολυεπίπεδη ερμηνεία και την οξυδέρκεια. Οι στίχοι του εργάζονται πάνω στα κοινωνιολογικά και πολιτισμικά δίπολα άτομο-κοινότητα, ενεργό υποκείμενο-παθητικός δέκτης, παρελθόν-μέλλον, καθιστώντας τη γραφή του μία ώριμη και διακριτή παρουσία στη σύγχρονη ελληνική ποίηση.
