Εντείνονται και μαζικοποιούνται οι αντιδράσεις για τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση του θηριώδους φωτοβολταϊκού σταθμού στη Βοιωτία, σε έκταση 3.700 στρεμμάτων, αποτελούμενου από 451.574 φωτοβολταϊκά πλαίσια. Το σύνολο των έργων για τις ανάγκες του σταθμού σχεδιάζεται σε απόσταση μόλις 500 μέτρων από τον οικισμό Τσουκαλάδες, γεγονός που δημιουργεί έναν μηχανολογικό «κλοιό» βιομηχανικής κλίμακας περιμετρικά του οικισμού («Γιγαντιαίο φωτοβολταϊκό στην επιβαρυμένη Βοιωτία», Εφ.Συν.», 27/4/26).
Ομόφωνα γνωμοδότησε αρνητικά για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) το Δημοτικό Συμβούλιο Λιβαδειάς σε μια συνεδρίαση όπου παραβρέθηκε μεγάλος αριθμός δημοτών από τους Τσουκαλάδες, την πόλη της Λιβαδειάς και από γύρω χωριά. Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης ότι στην περίπτωση που υπάρξει περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου ο δήμος θα προχωρήσει σε προσφυγή στο ΣτΕ με αίτημα την ακύρωσή της.
Ο δήμαρχος Λιβαδειάς, Δημήτρης Καραμάνης, ενημέρωσε ότι η Εκτελεστική Επιτροπή της Περιφερειακής Ενωσης Δήμων (ΠΕΔ) Στερεάς έδωσε εντολή σε νομικό γραφείο να επεξεργαστεί πρόταση νομοθετικής ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία θα απαγορεύεται οποιαδήποτε νέα αδειοδότηση και εγκατάσταση έργων ΑΠΕ στη Βοιωτία και στη Στερεά.
Βάσιμες αντιδράσεις για την κατασκευή του έργου διατυπώνουν κάτοικοι των Τσουκαλάδων και Καμάρας, μελών και κληρονόμων του Συνεταιρισμού Αποκατάστασης Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ), που εγείρουν το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Κι αυτό διότι το μεγαλύτερο τμήμα της έκταση της γης που προβλέπεται να δεσμευτεί για τη εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού έχει αγοραστεί από το Ελληνικό Δημόσιο από το 1965 έπειτα από σύμβαση με την Εκκλησία της Ελλάδας. Το 1969 με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Νομού Βοιωτίας διανεμήθηκε σε οικόπεδα, γεωργικούς κλήρους και κοινόχρηστη βοσκήσιμη έκταση στους ακτήμονες των ΣΑΑΚ Τσουκαλάδων και Καμάρας, οι οποίοι κατέβαλαν τίμημα ίσο με το 1/3 της εκτιμηθείσας από το υπουργείο Γεωργίας αντικειμενικής αξίας.
Ενα πολύ σημαντικό ζήτημα αφορά το γεγονός ότι την έκταση αυτή διαπερνά ο αγωγός καυσίμων του ΝΑΤΟ που διασυνδέει και τροφοδοτεί κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στον οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται στην ΜΠΕ του έργου. Η κατασκευή του έργου δημιουργεί προβλήματα πρόσβασης και συντήρησης του αγωγού, ενώ εγκυμονούν κίνδυνοι για την ασφάλειά του στην περίπτωση αστοχιών τόσο στη φάση κατασκευής όσο και στη φάση λειτουργίας του έργου.
Η ίδια περιοχή εμπεριέχει δασικές εκτάσεις υψηλής βλάστησης, οι οποίες έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες σύμφωνα με τον Δασικό Χάρτη της περιοχής. Σε αυτές τις περιοχές απαγορεύεται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων και συσσωρευτών. Γι’ αυτό τον λόγο γνωμοδότησε αρνητικά για την ΜΠΕ η Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακή Ενότητα Βοιωτίας.
Επιπλέον στην έκταση υπάρχουν δεξαμενές αποθήκευσης ύδατος με κλειστό δίκτυο ποτίσματος των αγροκτημάτων, οι οποίες έχουν επιδοτηθεί από ευρωπαϊκά προγράμματα, καθώς και ομαδικές γεωτρήσεις που υποδηλώνουν καθαρά ότι το έργο εμπίπτει σε Ζώνες Κοινής Ωφέλειας και Κοινωνικής Υποδομής.
Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί ότι μεγάλο τμήμα της έκτασης καλύπτεται από καλλιέργειες, ενώ είναι εγκατεστημένοι κτηνοτρόφοι όσο και μελισσοκόμοι. Η οποιαδήποτε αλλαγή χρήσης της γης έρχεται σε αντίθεση με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης σχετικά με τον έντονο ανταγωνισμό για τη χρήση γης εις βάρος της παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών.
Τέλος, στην έκταση εφάπτεται Καταφύγιο Αγριας Ζωής.
