Είναι καλοδεχούμενη η, ούτως ή άλλως σπάνια, στροφή της ακαδημαϊκής κοινωνιολογίας στη στράτευση, ιδίως μπροστά στην εκρηκτική αύξηση των ανισοτήτων παγκοσμίως και την εντεινόμενη μετάβαση των δυτικών κοινωνιών σε αστυνομικά μοντέλα διακυβέρνησης των πληθυσμών τους, ευθυγραμμισμένα με τις νεοφιλελεύθερες αρχές διοίκησης των οικονομιών τους.
Ο Θάνατος ενός ταξιδιώτη του Ντιντιέ Φασέν αποτελεί μία από αυτές τις εξαιρέσεις, πατώντας σε μια γαλλική παράδοση διχασμένη μεν ανάμεσα στην κριτική κοινωνιολογία ενός Πιερ Μπουρντιέ και την πραγματιστική κοινωνιολογία ενός Λικ Μπολτανσκί, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, αλλά σε κάθε περίπτωση αρκετά ευαίσθητη διαχρονικά για να επιτρέπει σήμερα σε έναν αξιοσέβαστο καθηγητή του Κολεγίου της Γαλλίας να ανταποκριθεί στο αίτημα της οικογένειας ενός σκοτωμένου από την αστυνομία Γάλλου «ταξιδιώτη» ή Μανούς (τσιγγάνου ή Ρομά, θα λέγαμε εμείς, ενδίδοντας σε όρους που οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι θεωρούν μειωτικούς ή κοινοτιστικούς) και να ξανανοίξει τον φάκελο του θανάτου του.
Εμπνεόμενος από τον Μισέλ Φουκό του Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, τον Κάρλο Γκίνζμπουργκ του Ο δικαστής και ο ιστορικός και τον απαράκαμπτο Τρούμαν Καπότε του Εν ψυχρώ (και τα τρία διαθέσιμα στα ελληνικά), ο Φασέν φιλοδοξεί να αποκαταστήσει στον δημόσιο χώρο ένα σύνηθες (για τα γαλλικά όσο και για τα καθ’ ημάς δεδομένα) θύμα της βιαιότερης αστυνομικής καταστολής, δείχνοντας ότι ο τυχαίος θάνατος του Αντζελο (Γκαράν) στα χέρια των ειδικών δυνάμεων της γαλλικής χωροφυλακής ήταν δολοφονία.
Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, βεβαίως, θα αισθανθεί οικεία μαθαίνοντας εξαρχής ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί κατηγορήθηκαν για τα μάτια του κόσμου, αλλά γρήγορα αθωώθηκαν, καθώς η «δικανική αλήθεια» επιβλήθηκε παραμερίζοντας τις αντιφατικές καταθέσεις των δραστών, τις διαμαρτυρίες των συγγενών του νεκρού και τις ίδιες τις ιατροδικαστικές εκθέσεις που διέψευδαν την εκδοχή της αστυνομίας περί νόμιμης άμυνας απέναντι σε έναν επικίνδυνο κακοποιό. Ο Φασέν ωστόσο δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω.
Με μια υποδειγματική ανάπτυξη που ξεκινά ως έκθεση «δισσών λόγων» και, περνώντας από δοκιμές γνωσιολογίας (τι είναι αλήθεια και τι ψέμα) ή φιλοσοφίας του δικαίου (πώς λειτουργούν οι φορείς του νομικού συστήματος στην υπόθεση) και πραγματογνωμοσύνες σχεδόν συμβολαιογραφικής ακριβολογίας, καταλήγει σε μια συγκλονιστική αφήγηση για «εκείνη την ημέρα» με την πανθορώσα ματιά του αποκαταστάτη συγγραφέα, ο Φασέν τελικά δεν δυσκολεύεται να πείσει ότι το γαλλικό κράτος, το οποίο έστειλε μια επίλεκτη στρατιωτική μονάδα να συλλάβει έναν πλάνητα μικροπαραβατικό στο σπίτι των γονιών του, αναλαμβάνει πρόθυμα το ρίσκο να βάψει τα χέρια του με αίμα όταν πρόκειται για κοινωνικές ομάδες που του είναι άχρηστες, οικονομικά, εκλογικά ή μιντιακά.
Σε μερικές λαμπρές σελίδες, δείχνει επίσης ότι η τέτοιου τύπου καταστολή δεν δικαιολογείται μόνο από αυτές τις ανομολόγητες «πρακτικές» απόψεις, αλλά και, πολύ πιο εδραία, βάσει μιας ηθικής που νομιμοποιεί τη συγκάλυψη και επομένως τη διαιώνιση της κατασταλτικής πολιτικής.
Υπάρχουν, λέει ο Φασέν (σελ. 166-167), δύο κυρίαρχες ηθικές θεωρίες, η απόλυτη δεοντοκρατική και η πιο σχετικιστική συνεπειοκρατική, από τις οποίες η δεύτερη, πιο «ανθρώπινη» και διαδεδομένη, δικαιολογεί την αστυνομική ψευδολογία και καταδικάζει την εκδοχή της οικογένειας του νεκρού, η οποία πρέπει να παραμείνει ηθικά απορριπτέα: αν πει ψέματα, η αστυνομία προστατεύει τους δικούς της και το κοινωνικό σύνολο από βίαιες αντιδράσεις των «ταξιδιωτών», όπερ καλόν, ενώ αν πει ψέματα η οικογένεια του Αντζελο, απλώς ζητά εκδίκηση και θέλει να προκαλέσει αυτά που το ψέμα της αστυνομίας επιδιώκει να αποτρέψει.
Ετσι, η συγκάλυψη είναι πάντα προτιμότερη ηθικά, η δε δικαίωσή της από τους θεσμούς του νόμου έρχεται να επικυρώσει αντικειμενικά αυτή την υποκειμενική ηθική στάση. Το πλαίσιο της καταστολής παίρνει μορφή σιδερένιου κλωβού, και κάθε αντίδραση απέναντί του, από τους οικείους του Αντζελο μέχρι όλο το κίνημα Black Lives Matter, το μόνο που κάνει είναι να σφίγγει τον κλοιό μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Εδώ που βρισκόμαστε, υπαινίσσεται ο συγγραφέας, μόνο εξωηθικά και εξωδικαιικά θα μπορούσε κανείς να προστατέψει την αδύναμη ζωή που πλήττεται – κι ας είναι η χαμένη νομιμότητα των υπερασπιστών το τίμημα που θα πληρώσουν.
