ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ηλίας Καφάογλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια πόλη, το Μπέλφαστ, συνιστά το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα της γεννημένης ακριβώς εκεί Τζαν Κάρσον, το πρώτο της που μεταφράζεται στη γλώσσα μας, τιμηθέν με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης το 2019.

Πόλη σημαδεμένη από τη βία, «καλύτερα να αποφύγεις να λες τα πράγματα με το όνομά τους σε αυτήν εδώ την πολιτεία. Καλύτερα να αποφύγεις ονόματα και μέρη, ημερομηνίες και προσωνύμια», όπως σχεδόν εξ αρχής η Κάρσον μάς ειδοποιεί.

Γιατί, «σε αυτή την πόλη τα ονόματα μοιάζουν με σημεία προτίμησης πάνω στον χάρτη ή λέξεις γραμμένες με μελάνι. Ολοι εδώ προσπαθούν με όλη τους την καρδιά να στηρίξουν την αλήθεια. Ομως, εκείνη αλλάζει σχήματα […] Ακόμα και τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά τις Ταραχές, είναι ασφαλέστερο να κάνεις πίσω και να διατηρήσεις την πεποίθηση πως «όλα φαντάζουν ίδια»».

Εχουμε, έτσι, και μια σαφή ένδειξη για τον χρόνο, τη χρονική στιγμή στην οποία τοποθετείται η δράση, δεκαπέντε χρόνια ύστερα από την περίοδο συγκρούσεων μεταξύ Προτεσταντών/Ενωτικών και Καθολικών/Εθνικιστών στη Βόρεια Ιρλανδία, την περίοδο 1968-1998. Αλλά οι Ταραχές δεν αποτελούν παρελθόν, «ήταν και είναι μια τερατώδης συγκυρία. Σημαίνουν ή σήμαιναν πολλούς μοναχικούς διαβόλους που έσμιξαν».

Πράγματι η πόλη μαστίζεται από φωτιές, ειδικά τις ημέρες της γιορτής της Δωδεκάτης, μιας προτεσταντικής γιορτής του Ολστερ που εορτάζεται στις 12 Ιουλίου, σε ανάμνηση της μάχης του Μπον (1690), η οποία εξασφάλισε την υπεροχή των Προτεσταντών στην Ιρλανδία.

Οι αρχές αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση, «η κόλαση έχει μόλις αρχίσει», τα μέσα μεταδίδουν εικόνες Αποκάλυψης. Σε αυτό το πλαίσιο, με την πόλη λεπτομερώς να εξεικονίζεται, ο γιατρός σε δημόσιο Κέντρο Υγείας, Τζόναθαν Μάρεï, περιπλανώμενος ο ίδιος στην πόλη του, διαρκώς διαφεύγουσα και συγχρόνως τρομώδη και οικεία, έμπλεος φόβων: του πλήθους, της μοναξιάς, του τηλεφώνου, του χρόνου, φόβων τους οποίους μας αποκαλύπτει αυτοπροσώπως, φόβων που γεννήθηκαν ύστερα από τη γέννηση της κόρης του, της Σόφι, την οποία καλείται μόνος του να μεγαλώσει.

Σε αυτό το πέπλο τρόμου που σκέπει την πόλη, με την οπλή της Ιστορίας πάντοτε βροντερή, ο πατέρας υπόσχεται στον εαυτό του και στην κόρη του να τη «διδάξει» όσα «ξέρει». «Θα περιμένω», της λέει τρυφερά, «κοιτάζοντας το στόμα σου. Εκεί είναι που αρχινά και τελειώνει ο κόσμος […] Το παρατηρώ σαν ρολόι. Περιμένω να δω τι θα γεννηθεί αποκεί μέσα», στο στόμα, στο άνοιγμα, που καλεί σε διείσδυση και πλήρωση, υπογραμμίζει την ταυτότητα του σώματος, την ενδοτικότητά του σε κάθε λογής εισβολές.

Συγχρόνως, ο Σάμι Αγκνιου παλεύει με το σκοτεινό, βίαιο παρελθόν του, ένα παρελθόν που έχει κληροδοτήσει στον γιο του, ο οποίος, πράγματι, συλλαμβάνεται ως εμπρηστής, παιδί «παράξενο» και ανταρτεμένο. Οπως και η Σόφι, εξάλλου, «διαφορετική», «έχει την προοπτική να γίνει ένα απαίσιο πλάσμα. Δεν ανήκει εδώ, μαζί με αυτά τα παιδιά. Ανήκει στα κτήνη του σκότους».

Ο Μάρεï και ο Αγκνιου ανακαλύπτουν ξανά και πάλι την πόλη τους. Γράφουν με το σώμα τους την πόλη. Χορογραφούν ως περιπατητές τα πεζοδρόμια, τα πάρκα, τις πλατείες, μετακινούνται και δρουν, δρουν για να μετακινηθούν, σιωπηλοί και σιωπώντες ακονίζουν τη σκέψη, με το μάτι ακούν ό,τι το αυτί χάνει, και οι εντυπώσεις εγκυμονούν αισθήσεις και γεννούν αισθήματα, σκέπτονται και σκοπεύουν, προχωρούν ευθυτενείς, κινούνται σε διαδρομές χαραγμένες, γράφουν στο ξανά και πάλι την πόλη ως δικό τους χώρο, με τα σήματα και τα σημάδια των Ταραχών ανεξίτηλα χαραγμένα, υπομνήσεις.

Σήματα προς το παρελθόν, οδόσημα, φοβούνται ο Μάρεï και ο Αγκνιου, για το μέλλον. Και οι δυο τους παλεύουν με την ενοχή και την ευθύνη. Πώς θα προστατεύσουν τα παιδιά τους, έφηβα και άρτι γεννηθέντα; Και πώς θα προστατεύσουν τους άλλους από αυτά;

Στο στόμα της Σόφι, η γλώσσα αποκόπτεται από τον πατέρα, ο αχός του περιρρέοντος χώρου, της πόλης, αλλά και τα σήματα της Ιστορίας γυρίζουν σε σιωπές. Λαλέουσες. Ομως το σκοτάδι συνεχίζει να κεντά τους πρωταγωνιστές της Κάρσον, στο ανά χείρας, που μπορεί να διαβαστεί και ως στοχασμός για το πώς η Ιστορία γίνεται κατορθωμένη λογοτεχνία.