Μια κοσμοπολίτικη πόλη. Ηδη από τον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου του μυθιστορήματος της ακαταπόνητης Μαρίας Ηλιού έχουμε στη διάθεσή μας τα οδόσημα για να διαβάσουμε το ανά χείρας προϊόν μακράς ερευνητικής πορείας, που έχει, άλλωστε, περαιωθεί και στο ντοκιμαντέρ της και τώρα λεύκωμα Σμύρνη, η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης.
Μεταφερόμαστε στο Quai, διαβάζουμε σαν να είμαστε εκεί, τότε, στα χρόνια πριν την Καταστροφή. «Το Quai», λοιπόν, «ήταν ασφυκτικά γεμάτο κόσμο. Ολοι ντυμένοι με τα καλά τους είχαν γεμίσει τα καφενεία και την προκυμαία περιμένοντας την έναρξη των [ιστιοπλοϊκών] αγώνων. Είχε τόσο πολύ κόσμο που το τραμγουέι είχε σταματήσει από το πλήθος που στεκόταν και όσο κι αν φώναζε ο οδηγός κι αν χτυπούσε το κουδουνάκι του, τα άλογα δεν προχωρούσαν παρά ελάχιστα κάθε φορά. Στα αρχοντικά του Quai ο κάθε ιδιοκτήτης είχε ανεβάσει τη σημαία της εθνικότητάς του. Ανέμιζαν πολλές σημαίες, ελληνικές, ευρωπαϊκές, οθωμανικές αλλά και μερικές αμερικάνικες. […] ».
Εσπευσα να δώσω τον λόγο στην ίδια την Ηλιού ακριβώς επειδή το πολυσέλιδο μυθιστόρημά της -καλύτερα: η μυθ-ιστορία της, για να θυμηθώ τον Μικρασιάτη Γιώργο Σεφέρη- δεν συγκροτεί μια νοσταλγική αναπόληση, ούτε ολισθαίνει στη συγκινησιακής κοπής ευκολία. Τοποθετεί τη Σμύρνη, το «Παρίσι της Ανατολής», στον καιρό της αξιοποιώντας με προσοχή το ιστορικό υλικό. Συγχρόνως, η θερμοκρασία των συναισθημάτων παραμένει σε υψηλό βαθμό πλήρως ελεγχόμενου βρασμού – εν προκειμένω, δεν είναι ασφαλώς τυχαίο σε ένα σπίτι «στη θάλασσα της Αττικής», στην Κινέτα, ένα σπίτι που έχτισε ο Σμυρνιός πατέρας, Αντρέας, «σε έναν κήπο όπου ανθίζει μόνο ό,τι άνθιζε στη Σμύρνη». Τις ιστορίες που ο πατέρας διηγούνταν μεταφέρει η Ηλιού, όπως μας εξομολογείται στην έξοδο του βιβλίου της, ιστορίες για την κοσμοπολίτικη Σμύρνη και την Καταστροφή.
Πρωταγωνιστούν πέντε οικογένειες, οι Βλαστοί (Ελληνες, εισαγωγείς υφασμάτων από τη Γαλλία, εξαγωγείς σταφίδας, σύκων και καπνού), οι Μπερμπεριάν (Αρμένιοι, ο Αράμ είναι ένας από τους καλύτερους γιατρούς στην πόλη), οι Μοντάνιο (Εβραίοι, ο Μαρκ είναι διευθυντής της Crédit Lyonnais), οι Κασαμπά (Τούρκοι, ο Μουφίτ είναι γαιοκτήμονας και έμπορος), οι Ουίταλ (Λεβαντίνοι, ο Εντμοντ είναι γαιοκτήμονας και έμπορος). Εξεικονίζοντας τα έργα και τις ημέρες τους, τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, τις σχέσεις και διασυνδέσεις τους, τα κτίρια εντός των οποίων δραστηριοποιούνταν, τις εξοχές, τις καθημερινές συνήθειες, τις κοινωνικές συναναστροφές και τελετουργίες τους, τα ενδύματά τους, τις γεύσεις και τους ήχους, η Ηλιού, με την προσεκτικά υφασμένη, ψιλοδουλεμένη αφήγησή της, ανασυστήνει και μας συστήνει τη ζωή τους και την πόλη τους, όπου η αλληλεγγύη και η σύμπνοια κυριαρχούν, ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή πολιτικών προκρίσεων. Τρόπον τινά τη στήνει στα πόδια της μέσα από τα ερείπιά της.
Δεν ανασυγκροτεί μόνον το μήκους τριών και πλέον χιλιομέτρων Quai –η σχετική εργασία του Γιώργου Πουλημένου και του Αχιλλέα Χατζηκωνσταντή συνιστά εν προκειμένω έργο εμβληματικό– και τα κτίριά του, αλλά και τις εκκλησίες, λόγου χάριν την Αγία Φωτεινή, την εβραϊκή συναγωγή, την αρμενική συνοικία, το κεντρικό τζαμί Χισάρ και τον μιναρέ του, τα ξενοδοχεία, τον κινηματογράφο Pathé, το Sporting Club, την Crédit Lyonnais, «όπου είχαν τις καταθέσεις τους χάρη στον Μαρκ Μοντιάνο», αλλά και τις συνοικίες και του Χατζηφράγκου, «τη γειτονία με τα χαμηλά σπίτια και ένα φαρδύ Αλάνι, σαν μια μεγάλη χωμάτινη αυτοσχέδια πλατεία», όπου ζούσαν Ελληνες εργάτες στα σύκα, στα καπνά, στη σταφίδα, αλλά και ψαράδες – η Ηλιού δεν παραλείπει να αναδείξει και έναν λαϊκό χαρακτήρα, τον Γιακουμή. Για όλους, αστούς και μη, η Σμύρνη, όπου η Ανατολή και η Δύση βρίσκονται σε συνεχή δημιουργικό διάλογο, είναι ο τόπος καταγωγής, με την έννοια της πατρίδας, πατρίδας κοινής.
Πάνω απ’ όλα είναι Σμυρνιοί – η εκδήλωση και ανάδυση ποικιλώνυμων εθνικισμών διασπά τη συνοχή, τονίζει τις διαφορές, όσο πλησιάζουμε στην κορύφωση του δράματος και του μυθιστορήματος. Τότε τη σκυτάλη της πλοκής αναλαμβάνει η Αννα, ζωγράφος, κόρη του Βλαστού, φίλη του Ρεσί, μεγάλου γιου του Μουφίτ Κασαμπά –ο χαρακτήρας που συνέχει τρόπον τινά όλα τα πρόσωπα, οδηγεί τον βηματισμό τους στις σελίδες και στην πόλη, ως ημερολογιογράφος. Ενα ημερολόγιο που βρήκε το 1962 η κόρη της, στις ΗΠΑ πια, περιγράφει τα της Καταστροφής. Ο απoλεσθείς χρόνος και χώρος, χάρη στο εγχείρημα της Ηλιού, λογοτεχνικώ τω τρόπω, ξανακερδίζεται.
