Η γυναίκα ακόμα και σήμερα παρουσιάζεται να ετεροπροσδιορίζεται, να είναι η τάδε σε σχέση με τον δείνα, να είναι το θύμα, να αργοπατά τη ζωή της σε μια πατριαρχική κοινωνία η οποία δεν την εκτιμά, δεν την πιστεύει, δεν την αντιμετωπίζει ως αυτεξούσια οντότητα.
Η Ευγενία Μπογιάνου μιλά πάντα (στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά της) για τους αφανείς ανθρώπους της καθημερινότητας, που ζουν συμβατικά και ταυτόχρονα θέλουν να κάνουν τη μικρή ή μεγάλη επανάστασή τους. Εδώ συγκεκριμένα αναφέρεται σε είκοσι τέσσερις γυναίκες, ονομασμένες με το αρχικό μόνο γράμμα, σαν ενδεικτικές περιπτώσεις κάθε θήλεος: λ.χ. η Α. στον «Δίχρωμο Αχιλλέα» μπορεί να είναι η Αναστασία, η Αννα, η Αποστολία, η Αντζη…, κάθε έφηβη που μεγαλώνει μέσω των φιλενάδων της, της περιόδου της και πιο πολύ της (ερωτικής) επιθετικότητας του Αχιλλέα, και κάθε Αχιλλέα.
Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία μέχρι τα βαθιά γεράματα και τον θάνατο, η διηγηματογράφος παρουσιάζει κάθε πρωταγωνίστριά της ως προέκταση της προηγούμενης, μια ύστερη φάση σε μια κλιμακούμενη πορεία που καλύπτει ποικίλες ηλικίες, ιδιότητες, φάσεις ζωής, διασταυρώσεις, νίκες, ήττες και καμπές. Στην ουσία η Ευγ. Μπογιάνου φτιάχνει μια γιρλάντα από χάρτινα ανθρωπάκια, τα οποία, αν συμπτυχθούν, δείχνουν μόνο ένα άτομο, ενώ, αν εκταθούν σε όλο το μήκος της αλυσίδας αποκαλύπτουν 24 αλληλεξαρτώμενες γυναίκες, αυτόνομες και μαζί αλληλένδετες. Γι’ αυτό τα είκοσι τέσσερα διηγήματα, είκοσι πέντε μαζί με το συμπεριληπτικό τελευταίο, συναποτελούν μια αλυσιδωτή συλλογή: το καθένα ξεχωριστά ίσως μοιάζει χλωμό, ακριβώς επειδή η συγγραφέας επέλεξε τον υποφωτισμό του, το αδρομερές του σκιτσάρισμα, την εστίαση σε μια μικρή λεπτομέρεια την οποία φωτογραφίζει πλαγίως. Ομως η συμπαράθεσή τους, η γραμμική ηλικιακή πορεία μέσα στις επάλληλες φάσεις της ζωής, απεικάσματα της πλατωνικής ιδέας της γυναίκας, η αίσθηση ότι κάθε ατελές, φευγαλέο όσο και καίριο, λοξοκοίταγμα θα συμπληρωθεί από το επόμενο δημιουργούν μια άρτια, πανοραμική και εύστοχη ολότητα.
Ποια εικόνα λοιπόν παρουσιάζει η πεζογράφος; Ευτυχώς δεν κατηγορεί ευθέως τους άντρες, αν και υπάρχουν μερικοί μέσα στο βιβλίο που είναι απόντες ή επιθετικοί ή βαρετά αδιάφοροι και βαλτωμένοι. Από την άλλη όμως είναι και η πηγή ή ο στόχος του έρωτα, η ασφάλεια, η σταθερότητα. Γι’ αυτό μάλλον οι μομφές εν τέλει στρέφονται προς την πατριαρχική βάση της κοινωνίας, που μετατρέπει τη γυναίκα σε κόρη, σύζυγο, μητέρα, νοικοκυρά, εργαζόμενη κι όχι σε μια προσωπικότητα που καλπάζει αυτόνομη, εγκιβωτίζοντας όλες αυτές τις ιδιότητες και όχι καθοριζόμενη από αυτές. Ενδεικτικό το διήγημα «Αόρατη» στο οποίο η Ψ. πιστεύει ότι έχει χάσει το πραγματικό της πρόσωπο κι έχει αλλοτριωθεί από τον πραγματικό της εαυτό.
Αυτές οι γυναίκες -σε μια απέλπιδα δόση αντίδρασης- συχνά διαμαρτύρονται για όσα συμβαίνουν με (αυτό)καταστροφικές ενέργειες: η μικρή Κ. πιεσμένη από την οικογενειακή μιζέρια πέφτει εκούσια στα αγκάθια της βατομουριάς («Αναπάντητα δάκρυα»), η Ε. περνά στους διαδρόμους της σχολής της και απηυδισμένη από τις αφίσες τούς χύνει τον καφέ («Χέρια μάτια») ή η Ξ. πηγαίνει με τον αδιάφορο άντρα της σε ένα αδιάφορο ζευγάρι για φαγητό, όπου τραβά το τραπεζομάντιλο ρίχνοντάς τα όλα κάτω («Εκπληξη»).
Πολλές από τις γυναίκες, απλωμένες στην εικοσιτετραγράμματη αλφαβήτα, συνοδεύονται από μια έννοια που προσωποποιημένη είναι το εικόνισμα και το βάσανό τους. Η Β. έχει παντρευτεί τη συγκατάβαση, αφού πλέον γριά, με παιδιά και εγγόνια, μετανιώνει που ήταν πάντα υποχωρητική και δεν έλεγε όχι («Η ραγισματιά») ή η Χ. ζει με την αμφιβολία, καθώς απέναντι στην «Εφηβη βεβαιότητα» της κόρης της η ίδια δεν μπορεί να φανεί κάθετη και απόλυτη. Οι έννοιες αυτές προεκτείνουν το πεδίο της καθημερινότητας σε μια άλλη άυλη και ιδεοφόρο πραγματικότητα, με αποτέλεσμα το απτό να αποκτά βάθος, εύρος και καθολικότητα.
Η προκείμενη συλλογή της Ευγ. Μπογιάνου είναι ίσως η πιο ώριμη δουλειά της. Αφενός η συγγραφέας καταφέρνει να συνοψίσει το μεγάλο μέσα στο μικρό και να το σχεδιάσει αδρά, τόσο όσο χρειάζεται για να το αποδώσει χωρίς φιοριτούρες, κι αφετέρου, συναρμόζοντας διηγήματα και ζωές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ηλικίες, κατορθώνει να ορθώσει το ολόγραμμα των σύγχρονων γυναικών ως μονάδων που στοιχίζονται σε μια αρχετυπική γραμμή.
