Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρότι η τελευταία εκδοτική παρουσία της Χρύσας Φάντη, Η ιστορία της Σ.(εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2016), έφερε ως επεξήγηση τον υπότιτλο «μυθιστόρημα», η γεννημένη το 1957 στην Αθήνα συγγραφέας παρουσιάζει ευδιάκριτη κλίση και ροπή προς τη μικρή φόρμα, είδος απαιτητικό και παρεξηγημένο, παρά την εκτεταμένη δημοφιλία του στη χώρα μας.

Η Φάντη στέκεται και παρατηρεί τα πράγματα, με βλέμμα επίμονο και υπομονετικό, αναζητώντας τη λεπτομέρεια, την ειδοποιό διαφορά σε έναν φαινομενικά ομοιόμορφο κόσμο, χωρίς να παρασύρεται από το πρώτο συναίσθημα. Και στη συνέχεια ανασυνθέτει το κατακερματισμένο αυτό υλικό, τοποθετώντας τα κομμάτια στη θέση τους, επιλέγοντας το προσήκον ύφος και τη χαρακτηριστική φωνή, ανεξάρτητα από το μέγεθος του κειμένου, είτε πρόκειται για το μυθιστόρημα είτε για τα ολιγοσέλιδα δεκατρία διηγήματα αυτής της συλλογής.

Η αλλαγή ύφους και φωνής σε ελάχιστο χώρο είναι τόσο καλά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη ώστε να μοιάζει σχεδόν τυχαία, και αυτό θα μπορούσε κανείς να πει πως αποτελεί το σήμα κατατεθέν στη γραφή της Φάντη, το περίφημο και πολύτιμο προσωπικό ύφος, η ικανότητά της να συναρμόζει τα θραύσματα.

Εκτός της αισθητικής οπτικής, η επιλογή του τίτλου ‒συνηθίζει να‒ έχει και μια αντίστοιχη σημασιολογική, φανερώνοντας κάτι από τις συγγραφικές προθέσεις ή ίσως ακόμα και την πλευρά στην οποία στέκεται η δημιουργός, εφόσον σε μια συλλογή διηγημάτων ο τίτλος λειτουργεί και με έναν τρόπο συνεκτικό ως προς την επιλογή και τη συνύπαρξη των διηγημάτων υπό την ίδια σκέπη. Σε θολά νερά, φράση με συνδήλωση ξεκάθαρα αρνητική, για κάποιους, τους περισσότερους ίσως, ακριβής ως προς την περιγραφή της εποχής, της κάθε εποχής ίσως. Και όμως, ταυτόχρονα, ο τίτλος αυτός, δανεισμένος από το ομώνυμο διήγημα, είναι τόσο ταιριαστός για το ιδιότυπα ρεαλιστικό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες. Αν και κρυπτικά δοσμένες, φλερτάροντας με το παράλογο, το ποιητικό, το παραβολικό και το φανταστικό, οι ιστορίες της συλλογής αυτής αποπνέουν έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού, ενώ είναι γνώριμες στον αναγνώστη, με έναν τρόπο διαισθητικό, μια ανάμνηση θολή που πυροδοτεί μια ανάγνωση συνειρμική σε αντιστοιχία με τη γραφή της Φάντη, μια διαρκής πρόκληση που επιβάλλει τον βηματισμό, τον αναγνωστικό ρυθμό.

Τα διηγήματα της Φάντη, ωστόσο, δεν προσφέρουν αν δεν λάβουν πρώτα. Η ποιητική και φροντισμένη γλώσσα, ο μακροπερίοδος λόγος με την προφορικότητα που διαθέτει ο εσωτερικός μονόλογος, η ηχώ της πολυφωνίας, τα μηδαμινά πραγματολογικά στοιχεία, ο εγκιβωτισμός, ευδιάκριτος ή μη, της κατασκευής της ιστορίας μέσα στην ιστορία, η αίσθηση πως μεσολαβεί ένα ρυζόχαρτο, καθιστώντας σκιώδη τα πρόσωπα, και η πύκνωση, απόρροια της απουσίας κάθε περιττού στοιχείου· όλα αυτά δημιουργούν την απαραίτητη απόσταση ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, απόσταση που πρώτη η ίδια η συγγραφέας έλαβε από τις ιστορίες της, απόσταση που διαφυλάσσει την αυτοδυναμία των διηγημάτων, τη δυνατότητά τους να αποτελούν τόπο επιστροφής, απόσταση που τα απαλλάσσει από την εύκολη και φτηνή συναισθηματική χειραγώγηση.

Αλλος είναι ο μηχανισμός που γεννά το συναίσθημα εδώ, άναρχος και απόλυτα προσωπικός για κάθε αναγνώστη και αναπάντεχος, κυρίως αυτό. Το προσωπικό ύφος της Φάντη με τις καλά χωνεμένες επιρροές δημιουργεί ένα ενιαίο πλαίσιο εντός του οποίου εκπέμπουν όλα τα διηγήματα, καθιστώντας τά μεταξύ τους όρια δυσδιάκριτα, εντείνοντας την ηχώ της πολυφωνίας, ακόμα και όταν φαινομενικά επικρατεί σιωπή.

Το Σε θολά νερά είναι μια αξιοπρόσεκτη και απαιτητική συλλογή διηγημάτων εν μέσω εκδοτικής υπερπαραγωγής.