ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιώργος Συμπάρδης ανήκει σε εκείνους τους πεζογράφους που δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν τον αναγνώστη με την πλοκή και την εξωστρεφή δραματικότητα. Όπως και στο αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά του, Πλατεία Κλαυθμώνος (2023), έτσι και στο Νύχτες με την Κάλλη, η γραφή του βραβευμένου συγγραφέα κινείται σε χαμηλούς τόνους, εστιάζοντας κυρίως στη λεπτομέρεια της παρατήρησης, στις καθοριστικές αλλά φαινομενικά ανεπαίσθητες μεταβολές της ψυχικής διάθεσης, στην απόκρυψη αλλά και στη βαθμιαία, έστω και μερική, αποκάλυψή τους. Στο βιβλίο του, οι συναντήσεις του αφηγητή με την Κάλλη γίνονται η αφορμή για το ξεδίπλωμα κάποιας υπόρρητης, εσώτερης επιθυμίας, αλλά και της μοναξιάς και, κυρίως, της αδυναμίας να γνωρίσουμε πραγματικά τον άλλον.

Μια μικροαστική περιοχή στη νυχτερινή Αθήνα του Αυγούστου αποτελεί το ιδανικό σκηνικό. Οι δρόμοι αδειάζουν, οι συνήθεις ρυθμοί διακόπτονται και η κουφόβραση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ψυχικής υπνηλίας, όπου τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην επιθυμία θολώνουν. Οι άνθρωποι αφήνουν στην άκρη τα βάρη της καθημερινότητας και παραδίδονται χωρίς αντίσταση στις φαντασιώσεις και στις προβολές τους.

Η αφήγηση βρίσκεται στο κέντρο αυτής της θόλωσης. Το πρόσωπο της Κάλλης, ανολοκλήρωτο και χωρίς σαφές βιογραφικό βάθος, παραμένει διαρκώς αινιγματικό. Στα μάτια του αφηγητή, παρουσιάζεται πρωτίστως ως μνημονικό φάσμα παρά ως πραγματική γυναίκα. Ακόμη και το όνομά της είναι δική του φαντασίωση. Αποτελεί, θα λέγαμε, μια πρώτη πράξη ιδιοποίησης ενός χαρακτήρα που αντιστέκεται πεισματικά σε κάθε ορισμό. Όταν αποκαλύπτεται το πραγματικό της όνομα, η πληροφορία απλώς προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ασάφειας. Η Κάλλη παραμένει αινιγματική, παρ’ όλο που διαρκώς ρωτά, πιέζει, ζητά ακρίβεια, δεν ανέχεται τις αόριστες απαντήσεις ούτε τις γενικόλογες διατυπώσεις. Από την άλλη, ο ίδιος ο αφηγητής υπεκφεύγει. Κρύβει στοιχεία για τον εαυτό του, αλλοιώνει τις πληροφορίες. Εκείνος που αφηγείται την ιστορία και, άρα, θεωρητικά την ελέγχει, αποδεικνύεται το ίδιο ασαφής με τα πρόσωπα που επιχειρεί να περιγράψει.

Το Νύχτες με την Κάλλη είναι ένα βιβλίο που παίζει με τις σκιές. Εμμένει περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στα γεγονότα που συνέβησαν μέσα της. Δεν περιορίζεται στη σχέση που υπονοεί ο τίτλος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μετατρέπει έναν άλλον σε αφήγηση.

Η γοητεία της ασάφειας
Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη | Σελ. 120, Μεταίχμιο, 2026

Η γραφή του διαθέτει μια ιδιότητα που συναντά κανείς συχνά στους ήρωες του Συμπάρδη: μια οξεία αντίληψη των ανθρώπινων αδυναμιών. Αντιλαμβάνεται τα κενά, εντοπίζει τις ανομολόγητες εντάσεις και διακρίνει τα ψέματα πίσω από τις λέξεις. Ο αφηγητής νιώθει διαρκώς να μετατοπίζεται. Οι συναντήσεις του με την ηρωίδα αποκτούν τον χαρακτήρα μιας ιδιόμορφης ανάκρισης, όπου το ζητούμενο δεν είναι η συλλογή πληροφοριών αλλά η αποκάλυψη εκείνου που κρύβεται πίσω από τις κοινωνικές μάσκες.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει ο διάλογος. Ο Συμπάρδης διαθέτει εξαιρετική αίσθηση της προφορικότητας. Οι φράσεις συχνά διακόπτονται, μετακινούνται από θέμα σε θέμα, αφήνουν εκκρεμότητες. Οι χαρακτήρες προσεγγίζονται από τον τρόπο που μιλούν και, κυρίως, από τις παύσεις τους. Το αλκοόλ αποτελεί κι αυτό μέρος μιας διαδικασίας εξομολόγησης και, ταυτόχρονα, απόκρυψης. Όσο περισσότερο πίνουν οι ήρωες τόσο περισσότερο πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, αλλά και τόσο περισσότερο απομακρύνονται από τη βεβαιότητα. Η μέθη δημιουργεί νέες εκδοχές. Αυτή η συγγραφική ιδιοσυγκρασία εμφανίζεται εδώ σε πλήρη ωριμότητα. Ο αναγνώστης ολοκληρώνει το βιβλίο με την αίσθηση πως βρέθηκε μέσα σε μια σειρά από νυχτερινές συνομιλίες που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί ή και να μη συνέβησαν ποτέ ακριβώς έτσι, υπογραμμίζοντας ότι κάθε άνθρωπος περιέχει πάντα ένα απρόσιτο κομμάτι.