Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτυπώθηκε περισσότερο στη νεοελληνική πεζογραφία παρά στην ποίηση. Μια ειδολογική ταξινόμηση της παραγωγής γύρω από το τραύμα και τη μνήμη του 1922 μάς οδηγεί στους ποικίλους δρόμους προσέγγισης ενός κομβικού ιστορικού γεγονότος του 20ού αι. που τροφοδότησε αναζητήσεις πολιτισμικής ταυτότητας και εθνικής ιδεολογίας.
Με άξονα τα αφηγηματικά είδη διακρίνονται τρεις μορφές: μαρτυρία, ρεαλιστική μυθοπλασία και μεταμυθοπλασία. Κάθε τρόπος αφηγηματικής άρθρωσης αποτελεί ιδεολογική χειρονομία καθώς η επιλογή του είδους καθορίζει εν πολλοίς το περιεχόμενο. Αμέσως μετά το 1922 οι πρώτες αναπαραστάσεις της μικρασιατικής περιπέτειας αφορούν βιωμένες εμπειρίες. Λαϊκότροπες αφηγήσεις με προφορικότητα, όπως η Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1929) του Στρατή Δούκα, με τον ήρωα (Νικόλα Κοζάκογλου) να προσπαθεί να σωθεί παριστάνοντας τον Τούρκο, αποτέλεσαν ιδρυτικά κείμενα για το είδος της μαρτυρίας. Η εκδοτική διαδρομή του βιβλίου αποτυπώνει και ιδεολογικές μετατοπίσεις.
Σε ανάλογο κλίμα χρονικού «γραμμένου με αίμα» κινείται ο Ηλίας Βενέζης στο Νούμερο 31328 (1931), ενώ στη Γαλήνη (1939) η μυθιστοριοποιημένη αφήγηση επικεντρώνεται στα προβλήματα εγκατάστασης των προσφύγων. Εξάλλου, και στη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932) του Στράτη Μυριβήλη η έμφαση δίνεται στη διαχείριση του τραύματος μετά την Εξοδο.
Μεταπολεμικά, σημαντική τομή τοποθετείται στην επέτειο του 1962, οπότε δημοσιεύονται τα Ματωμένα Χώματα (Κέδρος) της Διδώς Σωτηρίου που, αντλώντας από αυτοβιογραφικό υλικό υπαρκτού προσώπου (Μανώλη Αξιώτη), στο ύφος ανατολίτικου παραμυθιού και στο πνεύμα της συναδέλφωσης των λαών πολιτικοποιούν από αριστερή σκοπιά αίτια και συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Προηγήθηκε η προσωπική της μαρτυρία στο μυθιστόρημα Οι νεκροί περιμένουν (1959). Το 1962 πρωτοδημοσιεύεται στον «Ταχυδρόμο» το μυθιστόρημα Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, που ειδικά στην «Πάροδο» ζωντανεύει με τραγικό προαίσθημα τη ζωή στη Σμύρνη πριν από το 1922, αλλά και νοσταλγικές αφηγήσεις, όπως το Αϊβαλί η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου.
Στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης το μικρασιατικό ενδιαφέρον ατονεί και επανέρχεται μόλις στο γύρισμα του αιώνα, όχι πια με διάσταση βιωματική και θρηνητική, αλλά ως αυτογνωστική αναψηλάφηση συλλογικού τραύματος και επώδυνης εθνικής μνήμης. Δύο βασικά είναι τα αφηγηματικά είδη που επιστρατεύονται: το ανανεωμένο ιστορικό μυθιστόρημα και η μεταμυθοπλασία∙ σε άμεση σύνδεση με τα τρέχοντα πολιτισμικά και πολιτικά συμφραζόμενα (εκσυγχρονισμός, βαλκανισμός, ιστοριογραφικές διαμάχες, έκρηξη εθνικισμών, αναζητήσεις ταυτότητας, ελληνοτουρκικές σχέσεις).
Στη δωρική και πολυφωνική ιστορική μεταμυθοπλασία του Θανάση Βαλτινού, Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη – Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – ’22 (Ωκεανίδα, 2000), παρακολουθούμε την ανάδυση της αποδραματοποιημένης υποκειμενικότητας, καθώς ο συγγραφέας δίνει φωνή σε στρατιώτες που αφηγούνται αποσπασματικά την κατήφεια του μετώπου, έκτροπα και αγριότητες του ελληνικού στρατού. Εκκεντρες και αποστασιοποιημένες προς τον εθνικό ναρκισσισμό είναι και οι αφηγήσεις του Πάνου Καρνέζη στον Λαβύρινθο (Ελληνικά Γράμματα, 2004), όπου η αποδεκατισμένη ελληνική μεραρχία, οι αξιωματικοί και ο ιερέας που πρωταγωνιστούν, παρουσιάζονται λιπόψυχοι, ένοχοι και χωρίς ψυχικό σθένος.
Αντίστοιχα, στο Γκιακ (Αντίποδες, 2014) του Δημοσθένη Παπαμάρκου, οι ήρωες του μετώπου από τα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας, με αποτυπωμένο στην αφήγηση το γλωσσικό τους ιδίωμα, επιδίδονται σε όργιο βίας και φρικαλεοτήτων απέναντι σε Τούρκους αμάχους, υπογραμμίζοντας την ανθρωπολογική τραγωδία του πολέμου. Φωνή στον εχθρό έδωσε και ο Κώστας Ακρίβος στον Καιρό για θαύματα (Κέδρος, 2005), όπου η εκδρομή ενός γκρουπ ταξιδιωτών στα πάτρια ιωνικά χώματα εξελίσσεται σε αποκαλυπτικό κυνήγι χαμένου θησαυρού μέσα από τις αφηγήσεις ενός μυστηριώδους γέρου Τούρκου για τον πόλεμο του 1922.
Στην κατεύθυνση ανάδειξης της σχέσης της Μικρασίας με την ευρωστία της ελληνικής αστικής τάξης κινούνται συγγραφείς του ανανεωμένου ιστορικού μυθιστορήματος που εντάσσουν το 1922 σε ευρύτερες αφηγήσεις και ιστορικά σχήματα. Στην Αναζήτηση (Κέδρος, 1998) και την Αναλαμπή (2003) του Νίκου Θέμελη ο φακός στρέφεται στην οικονομική ζωή από τα τέλη του 19ου αι. έως τον Μεσοπόλεμο με επίκεντρο την επιχειρηματική δραστηριότητα του κεντρικού ήρωα στη Μικρασία, ενώ περιγράφεται με ενάργεια το δυσαναπλήρωτο ιδεολογικό κενό που προκάλεσε το ’22 στον αστικό χώρο.
Στις Αλήθειες των άλλων (2008) η αφήγηση ξεκινά από το Αϊβαλί μετά το ’22 για να επικεντρωθεί στον ταραγμένο βίο του ήρωα στη μητροπολιτική Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών. Σε ανάλογο κλίμα, ψηλαφώντας διαδρομές του ελληνικού αστισμού, στον Ελληνα γιατρό (Μελάνι, 2016) της Καρολίνας Μέρμηγκα ένα μέρος της μυθιστορηματικής βιογραφίας του παππού της Κωνσταντίνου (1874-1941) διασταυρώνεται με τη μικρασιατική τραγωδία και τα πολιτικά της επακόλουθα (δίκη των εξ, εκτελέσεις).
Αφήνω τελευταία μια τάση αισθητικά αδιάφορη αλλά πολιτισμικά κρίσιμη για τα ήθη της εποχής. Είναι η αναβίωση της μικρασιατικής κουλτούρας που, εκτός από πολλές τηλεοπτικές και κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, βρήκε έκφραση και στην πεζογραφία των best-sellers, με χαρακτηριστικότερο δείγμα τις Μάγισσες της Σμύρνης (Καστανιώτης, 2002) της Μάρας Μεϊμαρίδη, όπου η ιστορία παραμένει εξωτικό φόντο μυρωδιών, αισθήσεων και γεύσεων της Ανατολής.
*Ο Κ. Καραβίδας διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία ως ειδικός επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι διδάκτωρ νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
