Ο Νάνος Βαλαωρίτης (5 Ιουλίου 1921-13 Σεπτεμβρίου 2019), με τον θάνατο του οποίου κλείνει βιολογικά η γενιά του ’30, πιάνει τον μοντερνισμό στην αφετηρία του και τον ολοκληρώνει με τη μετα-υπερρεαλιστική και γλωσσοκεντρική ποίησή του.
Η ενασχόληση με το ποιητικό του έργο και με τη στοχαστική και πνευματική του διαδρομή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις αποχρώσεις του σύνθετου φαινομένου του μοντερνισμού και να συνειδητοποιήσουμε πόσο γόνιμα μεταφυτεύτηκε στην επικράτειά μας.
Αρχικά από τους Εμπειρίκο και Εγγονόπουλο, στη γαλλογενή υπερρεαλιστική του εκδοχή, από τον Σεφέρη σαφώς, που «εισάγει» τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό, για να «εξελιχθεί» και να καρποφορήσει διαφορετικά στα πρόσωπα του Γκάτσου, που συνδυάζει τον υπερρεαλισμό με το δημοτικό τραγούδι, και του Σαχτούρη, που συναιρεί εκρηκτικά τον εξπρεσιονισμό με το παράλογο. Για να «ολοκληρωθεί» στον Βαλαωρίτη, που σαν αεροπλανοφόρο εκτόξευσε, πέρα από τα δικά του ποιήματα, γλωσσοποίητους και γλωσσογενείς ποιητές όπως ο Αντρέας Παγουλάτος, ο Ντίνος Σιώτης και ο Μιχαήλ Μήτρας.
Ο Βαλαωρίτης λοιπόν είναι μια αφετηρία και μια συνέχεια του μοντερνισμού. Ενώ ξεκινά από τον Σεφέρη, και εν μέρει από τον Γκάτσο (στην πρώτη του συλλογή Το μάθημα της χαραυγής) και ενώ επίσης αναφέρεται στον Ελύτη, ξανοίγεται πέρα από τον Κάλας, και μετά τη διεθνή του σταδιοδρομία πορεύεται και πέρα από τις νεότερες ροπές γραφής, λ.χ. τους μπίτνικ και παλιότερα του ιμαζισμού, του ντανταϊσμού και του φουτουρισμού, σε μια μεταπολεμική τελικά ολοκλήρωση του μοντερνισμού, η οποία συντελέστηκε μοναδικά με τον γλωσσοκεντρισμό του. Περνώντας, σχηματικά, από τον «θάνατο του συγγραφέα» προς τον «θάνατο του αντικειμένου», εκεί όπου η ίδια η γλώσσα, ως πλαστική ύλη, και όχι το α-συνείδητο, «γεννά» το ποίημα.
Στο έργο του είναι κυρίαρχη η αίσθηση της διαρκούς α π ο ρ ί α ς που −σε συνδυασμό με τη γλώσσα− εκτοπίζει από το ποίημα ένα μεγάλο μέρος του εμπειρικού του περιεχομένου, ώστε να βάλει στη θέση του το φαντασιακό και θεωρησιακό της ρευστό, από το οποίο και αναδύεται ο «ίδιος», είτε ως φώνημα είτε ως η φωτεινή πρόσληψη ενός εαυτού που διαρκώς αυτο-υπονομεύεται.
Η εμπειρία μάλιστα του κόσμου που έχει φαίνεται να περνά σχεδόν αυτούσια στο χαρτί, ισορροπώντας ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, το γραπτό και το άγραφο, το επιθυμητό και το ανεπιθύμητο, το ονειρικό και μη. Εξηγώντας ίσως γιατί επέμεινε τόσο στο παράλογο, στο παράδοξο, στο μαύρο χιούμορ, στο παραλήρημα και στην παραίσθηση, πρεσβεύοντας πως ο υπερρεαλισμός «προσφέρει μια λύση σε αυτή την αρχέγονη ρήξη που υπάρχει στη συνείδηση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, και η οποία ξεκινά από τη γλώσσα».
Εκτονώνοντας επομένως την «οντοθεολογία του νοήματος» και με τη μεταφυσική του ειρωνεία παρούσα, ο ποιητής μετέχει σε μια κοσμική φάρσα-δράμα. Σε αυτό το πλαίσιο ο άνθρωπος αναδύεται ως ένα άγνωστο και διαρκώς αυτο-αναγνωριζόμενο και αυτο-ψηλαφούμενο αντικείμενο-υποκείμενο μες στο σκοτάδι, ως «είναι προς θάνατον», εκεί όπου τα δάχτυλα και ο σχηματισμός της συνείδησης αποκαλύπτονται ως φως, με χαρακτηριστικά παρούσα την αίσθηση −ατομική και συλλογική− ενός εγκλωβισμού.
Ενας εγκλωβισμός που δεν είναι συγγενικός με αυτόν της παγίδευσης και του αδύνατου της αντίδρασης τύπου Κάφκα, ούτε ένα «σημειωτόν στο κενό» τύπου Σάμιουελ Μπέκετ, αλλά μια δική του διακριτή αιώρηση που αντανακλά έναν εαυτό που αυτο-υπονομεύεται, μέσα στο φωτεινό και στο ιδιότυπα χορτασμένο.
Ετσι κατανοούμε πώς γίνεται στην ποίησή του να συνυπάρχουν το δραματικό με το κωμικό, το τοπικό με το παγκόσμιο, το τρέχον με το ιστορικό και το προ-ιστορικό, το λογικό με το προ- και μετα-λογικό, το τυπικά κοινωνικό με το άναρχο, εξομοιώνοντας το διανοητικο-πνευματικό με το καθημερινό. Μπολιάζοντας επιπρόσθετα στο σώμα του μοντερνισμού μας τα ακόλουθα μοντέλα του: το «διαλεκτικό μοντέλο» το οποίο συν-ταυτίζει την «ουσία» και το «επιφαινόμενο», το «φροϋδικό μοντέλο» του λανθάνοντος-έκδηλου και της απώθησης, το «υπαρξιστικό μοντέλο» του αυθεντικού και μη και τη σημειωτική αντίθεση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, γέρνοντας στο πρώτο συστατικό και υποκαθιστώντας τα μοντέλα βάθους −του ώριμου μοντερνισμού− με τα κειμενικά παίγνια και τις μεταβαλλόμενες και νέες συνταγματικές δομές του.
Τέλος, αξίζει να αναφερθούμε στην ευφυή ειρωνεία του που, συνδυασμένη συχνά με το χιούμορ, διαποτίζει το έργο του. Περνώντας και στο μαύρο χιούμορ, που λειτουργεί ως ένα αλεξικέραυνο, ως ένας μηχανισμός που επιτρέπει μια ελεγχόμενη έκρηξη και ως μια κατάφαση στο παράλογο του κόσμου.
Παραμένοντας έως τέλους αντιηρωικός, απαισιόδοξος στην πρόβλεψή του, αισιόδοξος όμως στην ψυχο-σύστασή του, μας αφήνει ως συλλογές-σταθμούς, ενδεικτικά, το «Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Αϊ-Γιάννη», το «Terre de Diamant», «Ποιήματα Ι», «Ο έγχρωμος στυλογράφος», «Ποιήματα ΙΙ», «Ηλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης», «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα», απ’ τα πεζά του «Τα σπασμένα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου» και από τις μελέτες του τα «Για μια θεωρία της γραφής Α’», «Β’» και «Γ’».
