Η Μελανία Δαμιανού με το πρώτο της βιβλίο χτίζει έναν κόσμο. Και τον χτίζει γκρεμίζοντάς τον. Το σκηνικό της αφήγησης είναι ένας σωρός από χαλάσματα: πρόκειται για τα ερείπια μιας πόλης μετά την πολιορκία και την εισβολή των εχθρών. Θα μπορούσαμε μάλιστα να παρομοιάσουμε τη νουβέλα αυτή με μια λιτανεία μέσα στις σπασμένες πέτρες και τα αγριόχορτα.
«Εδώ απλώνεται η εγκαταλειμμένη πόλη των πύργων. Κατάξερη, σαν δέρμα ζώου που πέθανε στην έρημο. Χάρτης θεμελίων χωρίς κανένα υπόμνημα, καρφωμένος πάνω σε ανεξήγητα σημάδια. Μ’ ένα ελάχιστο βήμα γκρεμίζεται ακόμη ένα πηγάδι, θρυμματίζεται άλλη μια πύλη», διαβάζουμε στην «είσοδο», το πρώτο κεφάλαιο. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνουν διαδοχικά ανώνυμοι επιζώντες: ο λιποτάκτης, η αναγνώστρια, ο κατάδικος, ο μουσικός, ο φονιάς, ο καλόγερος κ.ά. μάς μεταφέρουν σκέψεις και εικόνες από την ιστορία τους και την ιστορία της πόλης. Οι μονόλογοι αυτοί εναλλάσσονται με «σημειώσεις», σύντομα κείμενα ποιητικής υφής, ενώ η νουβέλα κλείνει με μια «προφητεία».
Η Δαμιανού (εικαστικός, απόφοιτος της ΑΣΚΤ) χειρίζεται τον χρωστήρα της γλώσσας με ακρίβεια και ευαισθησία, στήνοντας πάνω στον καμβά της σελίδας εικόνες σπάνιας δύναμης και φαντασίας. Αν και πρωτοεμφανιζόμενη, χρησιμοποιεί με ωριμότητα τα εκφραστικά εργαλεία της, δανεισμένα ενίοτε από την εργαλειοθήκη της ποίησης. Η πόλη της, ενώ έχει ρίζες στον ρεαλισμό (θα μπορούσε δηλαδή να αποτελεί απεικόνιση μιας πραγματικής πολιορκημένης πόλης), απλώνει τα κλαδιά της στον χώρο της αφαίρεσης, συνομιλώντας με τις Αόρατες Πόλεις του Ιταλο Καλβίνο.
Η συγγραφέας με ήδη διαμορφωμένο ύφος συνθέτει ένα πολυφωνικό τραγούδι για τον θάνατο, ένα ζοφερό και συγκινητικό ψηφιδωτό φωνών όπου λάμπουν σαν διαμάντια ανέγγιχτα από την πυρκαγιά η αγάπη για το σύμπαν της γραφής, ο αγώνας ενάντια στη λήθη, η βαθιά ανάγκη για συντροφικότητα και ανθρωπιά.
«Εγώ∙ πόσο τρομακτική λέξη όταν δεν έχει κανέναν να τη μοιραστείς. Παραμιλάω νύχτα-μέρα, αιχμάλωτη της θλίψης και της ερημίας. Τι απομένει; Μόνο αυτή η βασανιστική προσπάθεια να βρω μέσα στη στάχτη –ή έστω να επινοήσω– μια γραμμένη σελίδα». Οι «γραμμένες σελίδες» της Δαμιανού συνοδεύουν τον αναγνώστη και αφότου κλείσει το βιβλίο σαν υπνωτιστική μουσική, σαν προσευχή σε μια λιτανεία όπου περιφέρεται το εικόνισμα του Χρόνου.
