Ο Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, 1944) προσπαθεί, μετά τη «Λευκή Ελλάδα» (εκδ. Περισπωμένη 2018), που «μελοποιήθηκε» από τον Δημήτρη Καμαρωτό για το Ελληνικό Φεστιβάλ, να μαντέψει το έτος του θανάτου του.
Στην πορεία του αυτή μας παραπέμπει ουσιαστικά στον Jacques Derrida, που έλεγε προσπαθώντας να απαντήσει στο πώς αυτής της αναμονής: «Ετσι ακριβώς περιμένουμε τον θάνατο. Περιμένουμε χωρίς να περιμένουμε».
Κινούμενος μεταξύ των «κάθε ποίημα ένας επιτάφιος» του T. S. Eliot και «η γέννηση του κειμένου θα μπορούσε να συμβεί μόνο με τον θάνατο του συγγραφέα» του F. Ponge, δεν υποστασιοποιεί απλώς τη λύπη, αλλά μεταθέτει τη γέννηση του ποιήματος −θρηνώντας προκαταβολικά− μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Πού όμως αποδίδεται αυτή η μετάθεση;
Θα ισχυριστούμε πως αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον, προκειμένου να στρέψει τα φώτα, οριστικά και αμετάκλητα, από τον ποιητή-δημιουργό πάνω στο ίδιο το ποίημα, δηλαδή στο δημιουργημένο αποτέλεσμα μιας ισόβιας διαδικασίας. Γράφει εξάλλου χαρακτηριστικά: «ό,τι έκανα –ό,τι είμαι– είναι ένας μακρύς κατάλογος αναφορών όπου πασχίζω να εντάξω και τα ποιήματά μου», για να προσθέσει αλλού: «Το ποίημα είναι αυτεξούσιο στο φως της λάμπας. Μόνο, εξυψωμένο».
Και δεύτερον, για να προτάξει τη σημασία μιας ποιητικής προβληματικής. Προσοχή, όχι να προσθέσει ποιήματα ποιητικής, που είναι κοινά, αλλά να μας γυρίσει στην ίδια την ποιητική, εκεί όπου βρισκόμαστε στα ποιητικά –κατά τα εικαστικά– εργαστήρια, όπως αυτά συντηρήθηκαν και συντηρούνται στις περιπτώσεις των Μαλαρμέ, Πάουντ, Ελιοτ, Σεφέρη, Δάλλα, Αρανίτση.
Στα ποιητικά εργαστήρια εξάλλου είναι που αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν υφίσταται το πρωτόγνωρο, το αυθόρμητο, το πρωτο-ιδωμένο. Πως, εκ των πραγμάτων, ο κάθε δημιουργός, και κατ’ επέκταση ο κάθε αναγνώστης, είναι μέρος του περι-ρέοντος παραδομένου −τρόπου και αποτελέσματος− και εντός του οποίου, ή πλάι στο οποίο, τοποθετείται. Με την ποίηση να λειτουργεί εκεί ως η παράσταση του μη παραστάσιμου, ως ο τόπος όπου εκδηλώνεται η βούληση του ποιητή να κατορθώσει να περιγράψει το απερίγραπτο, το υψηλό. Τουλάχιστον έτσι θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το στοίχημα.
Με την αγωνία της επίδρασης επομένως παρούσα, στο πλαίσιο της καλλιέργειας μιας αυτοβιογραφικής σχέσης με τους ποιητές που αγάπησε, π.χ. τον Πάουντ, τον Τσέλαν, ο Βέλτσος συνομιλεί με την Αννα Αχμάτοβα και τον κύκλο της, δηλαδή τον Μαντελστάμ, τον Μοντιλιάνι κ.ά. Συνεχίζοντας τη στάση του Τσέλαν, που πρεσβεύει πως το ποίημα δεν μπορεί να γραφτεί, βιώνει την αφωνία ως συνέπεια της εμπειρίας του θανάτου, του δικού του θανάτου εν προκειμένω, στον οποίο βρέθηκε κοντά τον Μάρτιο του 2019, κατά τη μαρτυρία του.
Με την Αχμάτοβα να μη λειτουργεί μόνο ως πρόσωπο, δηλαδή ως η σπουδαία ποιήτρια, αλλά ως η ίδια η ποίηση. Η ποίηση ως η αφύπνιση, εκεί όπου ο ποιητής μπορεί «να ανυψωθεί τόσο απότομα, όσο ένα φάντασμα πάνω από ένα φέρετρο». Οπως ανυψώνεται στο βιβλίο το φάντασμα της Αχμάτοβα, πάνω από το ίδιο το φέρετρο του Βέλτσου, όπως διαβάζουμε στο εναρκτήριο ποίημα. Οπου στο πλαίσιο της κατεχόμενης Ελλάδας, της σημερινή Ελλάδας −ως κόλασης και ως παραδείσου− βλέπουμε το φέρετρο του Παλαμά και τα λόγια του Σικελιανού «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα».
Λόγια τα οποία ο Βέλτσος πλέκει με την μπρούτζινη προτομή της Μέλπως Αξιώτη στην πατρίδα του Μύκονο −που στο μυαλό του τη βλέπει ως προτομή της Αχμάτοβα−, με το γνωστό «μπορώ» της Αχμάτοβα. Η οποία έγραψε στο Ρέκβιέμ της, στη γυναίκα που την αναγνώρισε κατά τα χρόνια της «Γεζόφσινα» (κατά τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1936-38) στην ουρά, μπροστά στις φυλακές του Λένινγκραντ και τη ρώτησε: «-Κι αυτό μπορείτε να το περιγράψετε; Κι εγώ της είπα: -Μπορώ».
Ετσι το ποίημα Ο κύκλος της Αχμάτοβα μας εισάγει στη δύσκολη σχέση του ποιήματος εν γένει και ειδικά με τη ζωή και με τον θάνατο. Με το όνομα Αννα, πέρα από μικρό της Αχμάτοβα, να είναι επίσης, όπως διαβάζουμε, το όνομα της μάνας του Βέλτσου. Που σε μια παράπλοια, εντός του ποιήματος, τη φωνάζουν οι γιατροί στην εντατική: «Κυρία Αννα, κυρία Αννα», ώστε να μην πέσει σε λήθαργο. «Αννα, μην κοιμηθείς…», είναι ο στίχος, τελικά, που συνοψίζει το έργο.
