ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λαοκράτης Βάσσης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πανεπιστημιακός φιλόλογος Γιάννης Μότσιος, μαχητής και ποιητής του Γράμμου, πρόσθεσε στο πνευματικό του έργο τη δίτομη «Ανθολογία Ρωσικού Διηγήματος». Εναν μεταφραστικό άθλο, που συνιστά υψηλής ποιότητας συνεισφορά στα ελληνικά γράμματα.

Είναι άθλος: Γιατί καλύπτει διακόσια χρόνια ρωσικής λογοτεχνικής δημιουργίας, διηγήματος και νουβέλας, απ’ το 1830 ώς το 2016. Ανθολογώντας, σε χίλιες οχτακόσιες δεκατρείς σελίδες (εφτακόσιες είκοσι πέντε ο Α’ τόμος και πεντακόσιες ογδόντα οχτώ ο Β’), κοντά στα εκατό απ’ τα αντιπροσωπευτικότερα έργα, ολιγοσέλιδα και πολυσέλιδα, πενήντα κορυφαίων Ρώσων λογοτεχνών, από τον Πούσκιν και τα άλλα «ιερά τέρατα» του λογοτεχνικού «χρυσού αιώνα» (19ος) της Ρωσίας ώς τον Μπουλγκάκοφ, τον Παστερνάκ, τον Σολζενίτσιν και τη Σιτσόβα.

Είναι συνεισφορά: Γιατί μας χαρίζει, απ’ τις απαιτητικές «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», τον ανθό διηγήματος και νουβέλας αυτής της μεγάλης λογοτεχνίας, απ’ την κορύφωσή της (1830-1916) ώς τη σοβιετική (1918-1990) και τη μετασοβιετική (1990-2016) περίοδό της. Και μας χαρίζει αυτόν τον ανθό με την εγκυρότητα του νεοελληνιστή φιλολόγου και λογοτέχνη, που έχοντας ζήσει ως πολιτικός πρόσφυγας επί τριακονταετία στη Σοβιετική Ενωση, όπου σπούδασε Φιλολογία και συνεργάστηκε με το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας της Μόσχας, δεν είναι μόνο βαθύς γνώστης της ρωσικής γλώσσας αλλά και εμβριθής θεωρητικός της ρωσικής λογοτεχνίας, βιωματικά «εγκλιματισμένος» στη ρωσική ζωή και «οικειωμένος» με τη ρωσική κουλτούρα.

Από τον Πούσκιν στη Σιτσόβα

Β Γι’ αυτό η «Ανθολογία» του, έργο ζωής, δεν είναι απλώς μια καλή μετάφραση αλλά μια μ ε- τ α φ ρ α σ τ ι κ ή κ α τ ά κ τ η σ η. Που, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητά της, είναι και μοναδικά επενδεδυμένη, χάρη στην αισθητικο/θεωρητική του παιδεία, με τις εξαιρετικές «εισαγωγές» και τα εξίσου εξαιρετικά «βιογραφικά σημειώματα» που συνοδεύουν τους ανθολογούμενους συγγραφείς.

Οι δύο «εισαγωγές»: Είναι σημαντικά δοκίμια φωτισμού του αισθητικού βάθους όλων των περιόδων της ρωσικής λογοτεχνίας, απ’ την άνθησή της ώς τις μέρες μας. Οπου, χωρίς να ξεχνά πως η λογοτεχνία, όπως και γενικότερα η τέχνη, κρίνεται αισθητικά, στρέφει την κριτική του ματιά και στο ιστορικο/πολιτικό υπόβαθρο της ρωσικής κοινωνίας, συνεξετάζοντας τη λογοτεχνική δημιουργία στη σύνθετη σχέση της με όλες τις «υποστρωματικές» της παραμέτρους, καθώς σίγουρα δεν γεννιέται σε ιστορικο/πολιτικό και κοινωνικό κενό. Κι όπου, όταν αγγίζει καυτά ιστορικο/πολιτικά ζητήματα, όπως αυτά της σταλινικής, μετασταλινικής και μετασοβιετικής (νεο-καπιταλιστικής) περιόδου, μπορεί, ως αγωνιστής που τα έζησε… όλα (ήττα στον Γράμμο, πολιτική προσφυγιά, σταλινικές «παραμορφώσεις», κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»!), να θέτει, νικώντας τις τραυματικές του «αμφιθυμίες», τα δάχτυλά του «επί τον τύπον των ήλων» με αμφίπλευρη ευθυκρισία. Παραμένοντας αμετάθετα ταγμένος στο σοσιαλιστικό του όραμα και αιρόμενος υπεράνω «προσαρμοστικών» σκοπιμοτήτων (όπως δεν… πολυσυνηθίζουν οι διανοούμενοι των μετανεωτερικών καιρών μας!).

Τα «βιογραφικά σημειώματα»: Είναι και αυτά, τα πιο πολλά, μικρά δοκίμια γενικότερης αισθητικής αποτίμησης του έργου των Ρώσων συγγραφέων και ειδικότερης κριτικής αναφοράς, συνήθως επιγραμματικά, στα ανθολογημένα διηγήματα και εκτενέστερα αφηγήματά τους, μαζί και με τα πολύ επιμελημένα ενημερωτικά τους στοιχεία. Οπου, οι καίριες θεωρήσεις του δίνουν το αξιολογικό στίγμα τους τόσο στα όρια της ρωσικής γραμματείας όσο και πέραν αυτής, όταν πρόκειται για λογοτέχνες παγκόσμιου διαμετρήματος. Οπως ήταν και πολλοί απ’ αυτούς, έστω κι αν, πλην ελαχίστων, δεν τιμήθηκαν με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (όσο κι αυτό, με τα κριτήρια που απονέμεται, μπορεί να είναι έγκυρο μέτρο αξιολογικής διάκρισης).

Συμπληρώνοντας τα λίγα για τα «σημειώματα», θα προσθέσω πως αρκετά απ’ αυτά, όχι μόνο για τους μεγάλους του «χρυσού αιώνα» (Α’ τόμος) αλλά και για τους εξέχοντες των άλλων περιόδων (Β’ τόμος), υπερβαίνοντας κατά πολύ τα συνήθη τέτοιων κειμένων, είναι πολύ ενδιαφέροντα προπλάσματα αισθητικο/κριτικών μονογραφιών, με ευρύτερες θεωρητικές διαστάσεις και σηματοδοτήσεις. Με ιδιαιτέρως ξεχωριστό, ανάμεσά τους, το «σημείωμα» για τον Σολζενίτσιν. Κι αυτό γιατί, εκτός από την τολμηρή και καθαρή αισθητική αποτίμηση του λογοτεχνικού του έργου, με ειδικότερη φιλολογική προσέγγιση της νουβέλας «Η αυλή της Ματριόνας», αγγίζει και όλα τα επίμαχα πολιτικο/θεωρητικά «συμπαρομαρτούντα» της πολύ ιδιάζουσας, απ’ όλες τις πλευρές, περίπτωσής του. Και τα αγγίζει με την πνευματική ευθύνη αριστερού διανοούμενου με άποψη, που την καταθέτει χωρίς ιησουίτικους «αποχρωματισμούς» αλλά και με αμφίπλευρη, όπως έχω σημειώσει, ευθυκρισία.

Γ Με οφειλόμενη την (όποια) αναφορά στο δοκίμιο «Η τέχνη της μετάφρασης στην πεζογραφία», που είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσθήκη στην όλη θεωρητική επένδυση της «Ανθολογίας», θα ολοκληρώσω την ελλειπτική «παρουσίασή» της, απλά «υποψιαστική» των όσων κομίζει, με μια εμμέσως αποτιμητική εξομολόγησή μου για τη μεταφραστική της ποιότητα. Οπου, χωρίς γνώση της ρωσικής γλώσσας και μελετητική θητεία στη ρωσική λογοτεχνία, που θα μου επέτρεπαν αντιστοιχιστική συνεξέταση της επίδικης αισθητικής λειτουργίας μετάφρασης και πρωτοτύπων, θα αρκεστώ να πω, με δεδομένο πάντοτε πως κάθε λογοτεχνική μεταφραστική δημιουργία έχει και την αυτόνομη αισθητική της ιδιαιτερότητα:

Πρώτον: Οτι ζήλεψα, ως φιλόλογος, τη λειτουργική απλότητα του μεταφραστικού λόγου της «Ανθολογίας», τη λιτή του καλλιέπεια, με το πολύ διακριτικό λογοτεχνικό άρωμα. Που, με οδηγητικό κριτήριο την αισθητική του λειτουργία και τη βίωσή της, είναι καθαυτό πολύ ποιοτικός λογοτεχνικός λόγος.

Δεύτερον: Οτι απόλαυσα αισθητικά τον μοναδικό πλούτο διηγήματος και νουβέλας της μεγάλης ρωσικής λογοτεχνίας, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αριστουργήματά της, όπως πολύ ενδεικτικά: «Η πιστολιά» του Πούσκιν, «Το λιβάδι του Μπέζιν» του Τουργκένιεφ, «Ο άγριος τσιφλικάς» του Σαλτικόφ-Στσεντρίν, «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς» του Τολστόι, «Η γριά Ιζεγκίλ» του Γκόρκι, «Ο Ιονιτς» του Τσέχοφ, «Ο ατσάλινος λάρυγγας» του Μπουλγκάκοφ, «Η αυλή της Ματριόνας» του Σολζενίτσιν.

Οπότε, εντέλει, αν τονίσω επιλογικά πως, χάρη στη λογοτεχνική της ποιότητα, όπως βιώνεται και επιβεβαιώνεται από την αισθητική της λειτουργία, αλλά και χάρη στη θεωρητική επένδυσή της, που φωτίζει το αισθητικό βάθος όλης της ρωσικής λογοτεχνίας, η δίτομη «Ανθολογία Ρωσικού Διηγήματος» του Γιάννη Μότσιου, μοναδικά εκλεκτού «πρεσβευτή» της ρωσικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα αλλά και της ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρωσία, είναι μ ε τ α φ ρ α- σ τ ι κ ό ς π λ ο ύ τ ο ς για τα γράμματά μας, ας μη θεωρηθεί υπερβολή.