ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ myrtomitraina
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ποιητής και πεζογράφος Αντώνης Ρουσοχατζάκης στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει (εκδόσεις ΑΩ, 2024) περιδιαβαίνει την Αθήνα σκιαγραφώντας εικόνες του άλλοτε και καταθέτοντας στιγμές αναπόλησης και στοχασμού με ευαισθησία και φρεσκάδα που ξαφνιάζει.

Ο Ρουσοχατζάκης, μέσα από οχτώ σύντομα διηγήματα, οχτώ μικρές ανάσες ζωής, όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου, με όχημα τη μνήμη αναδεικνύει αλλαγές στη φυσιογνωμία και την καθημερινότητα της πόλης κατά τη διαδρομή της στον χρόνο, καταγράφοντας στιγμιότυπα και συγκινήσεις προσώπων που την έζησαν και την περπάτησαν. Ο τόπος μπορεί να φεύγει με την έννοια των αλλαγών στη μορφή και στον τρόπο ζωής, ωστόσο δεν χάνεται, καθώς καταχωνιάζεται μέσα μας αναλλοίωτος, δένοντάς μας στις κόγχες του με τα βιώματα και τις συγκινήσεις που ζήσαμε στους δρόμους και στις γειτονιές του.

Η συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει, σε τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη ρέουσα γραφή, με αυτοαναφορικά στοιχεία, ποιητικότητα και πυκνό λόγο πλούσιο σε μεταφορές και παρομοιώσεις, ξαφνιάζει ευχάριστα με την ευαισθησία και κυρίως με τη φρεσκάδα και την αλήθεια της, απελευθερωμένη από προκαταλήψεις και σεμνοτυφίες.

Ο συγγραφέας ανατρέχει σε διαμερίσματα, φωτογραφίες, δρόμους, λαϊκές, κέρματα και δρομολόγια τρόλεϊ και φέρνει στην επιφάνεια πρόσωπα, εικόνες και συγκινήσεις μέσα από στιγμιότυπα των χαρακτήρων. Ψάχνει χνάρια που χάθηκαν, όπως οι τηλεφωνικοί θάλαμοι, αναπολώντας και πενθώντας συνάμα για τον χρόνο που φεύγει ανεπιστρεπτί, αφήνοντας πάνω μας τα σημάδια του και καταπίνοντας τις ζωές μας: «Οσες κρέμες και αν απλώσεις, το πρόσωπο ζαρώνει. Οι ρυτίδες είναι σύννεφο με λεπίδες που σκάβουν το δέρμα βαθιά, αργά και μυστικά. Ολα παλιώνουν και ο χρόνος με τη σκόνη, με τον ήλιο και τη βροχή σβήνουν τη φρεσκάδα από το πρόσωπο και ροκανίζουν τη ζωή» («Φωτογραφία κομοδίνου»). Ωστόσο τίποτα δεν χάνεται, αφού όλα έχουν χαραχτεί στον μέσα τόπο της μνήμης και των συγκινήσεων: «[…] Εδώ ήταν η καμπίνα. Εδώ ακριβώς που πατώ αυτήν τη στιγμή. Αλλαξαν τα πεζοδρόμια, άλλαξαν οι δρόμοι, άλλαξε η Γη, κάποιοι καταθέτουν στεφάνι πάλι στο Πολυτεχνείο σήμερα, κι εγώ εδώ με τον Δημόκριτο και τον Περικλή κομπάρσους πίσω μου, παλιά φαντάσματα κι αυτοί, αλό-αλό-και τρισαλό, μ’ ακούς, παλιέ μου Ερωτα; Σου στέλνω την αγάπη μου και τα φιλιά μου όπου κι αν βρίσκεσαι», γράφει με υποδόρια θλίψη («Υπεραστικό»), λες και πετάει σφραγισμένο μπουκάλι στη θάλασσα.

«Η μικρή φόρμα είναι ένας μεγάλος ωκεανός» λέει ο Αντώνης Ρουσοχατζάκης

Στη νοερή περιδιάβαση ο Ρουσοχατζάκης αρχίζει από το πρόσφατο παρόν πηγαίνοντας προς τα πίσω σε χρονικό διάστημα πενήντα ετών. Από το «Μαζί και χώρια» (Νέος Κόσμος, 2023) μας μεταφέρει στο «Πρεμιέρα χαδιού» (Πανόρμου, 2020), όπου ένας άνδρας τολμά να υλοποιήσει το όνειρό του, να αποκτήσει στήθη απολαμβάνοντας στιγμιαίο ερωτικό πάθος με ομόφυλο: «Τόσα χρόνια παλεύει να μην αφήσει την ντροπή, την ενοχή, την ανασφάλεια, την κριτική, την κοροϊδία και τον χλευασμό, όλα αυτά τα τέρατα που σαν επιθετικές σφήκες τον καμακώνουν σε όλο το κορμί». Από εκεί στο «Κολλυβοκαύσωνας» (Κουκάκι, 2015) και μετά στο «Τάβλι στην Ομόνοια» (Ομόνοια, 2004), όπου ένας νέος μπαίνει τυχαία σε καφέ υπερήλικων ταβλαδόρων και ξυπνά την ερωτική ορμή του αδιάκριτου καφετζή: «Αμηχανία και σιωπή: Οι γέροι βαλσαμωμένοι, τα πουλιά νεκρά, η Ομόνοια απ’ έξω, ένα κοιμητήριο χωρίς ίχνος ζωής. Ηρθε ένας ξένος, ένας νεαρός με ξεβαμμένα μαλλιά και τα ερήμωσε όλα». Ακολουθεί το «Photomaton» (Μοναστηράκι, 1998) και μετά το «Υπεραστικό» (Πεδίον του Αρεως, 1988). Μετά το «Προεδρικό μέτωπο» (Καισαριανή – Παγκράτι, 1984), όπου, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα ενός συμμαθητή μετά από ένα συναπάντημα, καταθέτει ένα στοχαστικό σχόλιο για το κακό και το καλό, την έλξη και την απώθηση, τον ηγέτη και τον τύραννο. Η περιδιάβαση ολοκληρώνεται με το «Φωτογραφία κομοδίνου» (Κολωνάκι/Ακαδημίας/Σόλωνος, 1974), όπου αναδύονται παιδικές μνήμες με εστίαση στην ψυχοσυναισθηματική σχέση με το πρώτο αντικείμενο αγάπης, που αποτελεί πρότυπο πάνω στο οποίο δομούνται οι μετέπειτα σχέσεις μας και όπου εκφράζει αισθήματα αγάπης, θλίψης και απώλειας για τη λατρευτή μητέρα:

«Εκατόν είκοσι δραχμές η ασπρόμαυρη θλίψη. Πασχαλινή προσφορά.

Μάνα μου. Μάνα μου. Μάνα μου.

Κάποτε η φωτογραφία μου κι εγώ θα ενωθούμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί δεν έχει ρυτίδες. Δεν έχει βάσανα, δεν έχει θλίψη.

Μπορεί να είσαι εκεί. Μπορεί και όχι. Το ξέρω πως θα με αγαπάς για πάντα. Σαν κουτάβι θες; Σαν κουτάβι.

Αμα αυτό σε κάνει χαρούμενη, ποιος είμαι εγώ για να σου χαλάσω το χατίρι;»

Ενα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα προσφέροντας στον αναγνώστη ερεθίσματα για εσωτερικές περιδιαβάσεις και αναστοχασμό.

* Κλινική ψυχολόγος, συγγραφέας, μεταφράστρια σουηδικής ποίησης