Επανέρχομαι στη δυάδα Τ. Πατρίκιος και Κ. Κουλουφάκος κι ας δούμε κάποια τέτοια «επεισόδια» του πολιτικού τους βίου. Η βασανιστική βίωση της «αποσταλινοποίησης» στο συνολικό τοπίο της ΕΛΑ με τις πολλές εκδοχές πρόσληψης του φαινομένου και η συνάλληλη συνηγορία της πνευματικής ελευθερίας, χωρίς τη συνδρομή των «ταξικών» αυτοδεσμεύσεων και των προσωπικών «θυσιών» για την ευόδωση των «αντικειμενικών» συμφερόντων του κινήματος, υπήρξαν θεμελιώδεις όροι για την ανατοποθέτηση του προβλήματος των σχέσεων κόμματος – διανοουμένων.
Σε αυτό συμβάλλει και η άμεση γνωριμία με τη θεωρητική πλαισίωση του «ιταλικού δρόμου» προς τον σοσιαλισμό που, μολονότι δεν την επεξεργάζεται ένα «κόμμα συζητητών», αξιώνει την «αιτιολογημένη και ενσυνείδητη συγκατάθεση» των μελών του.
Ειδικότερα, αποστρέφεται τους υπεροπτικούς «αφορισμούς» που εκτοξεύτηκαν από μια «πολιτική καθέδρα» εναντίον αντίρροπων πολιτιστικών ρευμάτων, αλλά και συναρτά τη δημιουργία ενός «καλύτερου επαναστατικού οδηγού για την εργατική τάξη» με την ανάπτυξη του μαρξισμού και της κουλτούρας της ίδιας της Ιταλίας (Togliatt i- βλ. και Νούτσος 1994: 328/329). Συναφή λειτουργία επιτέλεσε η ελληνική απόδοση, σε μετάφραση από τα γαλλικά του Πατρίκιου, μιας συζήτησης που φιλοξένησε το πολωνικό περιοδικό Nove Drogi (βλ. Νούτσος 1994: 364) με θέμα την παρουσία των διανοουμένων στο εργατικό κίνημα.
Η αναψηλάφηση της ιδιοσυστασίας της «ιντελιγκέντσιας» στο πλαίσιο της εγχώριας εκδοχής της «αποσταλινοποίησης» παρέπεμπε στην εξάρθρωση των μηχανισμών εξουσίας σε μια κοινωνία όπου κυβερνούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, χωρίς τη συμμετοχή της «κοινής γνώμης» στην απόπειρα για τον σοσιαλιστικό της μετασχηματισμό. Επίσης, σήμαινε την απόρριψη της «απολογητικής» εκτροπής του μαρξισμού και του εκφυλισμού της διαλεκτικής σε «λογοδιάρροια»: ο πολιτικός φορέας δεν χρειάζεται διανοουμένους για να «μυθοποιούν» και να θαυμάζουν τη «σοφία των αποφάσεών του, αλλά για να είναι οι αποφάσεις του σωστές» (βλ. και Κουλουφάκος 1965: 65· βλ. τώρα: τ.Α’, 1253-1286).
Ακόμη, η αξιοποίηση πολλαπλών εμπειριών της διεργασίας απεγκλωβισμού από το καθεστώς της «προσωπολατρίας», σε μια χώρα όπου η ήττα του κομμουνιστικού της κινήματος ωθούσε στην (αυτο-)κριτική επισήμανση των λαθών του, εξόπλισε τους αριστερούς διανοουμένους (το κείμενο του Gramsci για τη διαμόρφωση των «intellettuali organici» μεταφράστηκε κάπως αργά, μόλις το 1966) με τα αναγκαία «αντισώματα» για την έγκαιρη και αποτελεσματική απόκρουση των κομματικών επεμβάσεων στο πεδίο της πνευματικής εργασίας. Ακριβέστερα, οι μεταφραστές αυτών των κειμένων, τα οποία μόλις μνημόνευσα, διασφαλίζουν, μαζί με πλειάδα συνεργατών της Επιθεώρησης Τέχνης, το δικαίωμα της ανεμπόδιστης άνθησης της πνευματικής παραγωγής, χωρίς να διστάσουν να στηλιτεύσουν τον διωγμό των Σοβιετικών συναδέλφων τους κατά τη διάρκεια των εργασιών της «Β’ Εβδομάδας Σύγχρονης Σκέψης», που οργανώνεται από τους ίδιους ή συγγενικούς κλάδους διανοουμένων, και με ερεθιστική αφορμή την πρόσφατη εναντίωση σε δίκη της Μόσχας, ο Garaudy αναλύει απόφαση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για την ευθύνη του κόμματος απέναντι στην προσωπική συνειδητοποίηση του καλλιτέχνη και συνάμα για την αναγνώριση ότι μόνον αυτός θα επιλέξει τα εκφραστικά μέσα για την πραγματοποίηση του χρέους του, δηλαδή τον σεβασμό στην «ειδοποιητικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας» και την άρνηση να τη μετατρέψουν (όπως στην περίοδο του Ζντάνοφ) σε «μπροσούρα προπαγάνδας» ή σε αφίσα. Το πρώτο ωστόσο σκέλος αυτής της οδηγίας εγείρει αμφισβητήσεις για τη σκοπιμότητα της κομματικής βοήθειας στην ορθή σύλληψη των «νόμων της ανάπτυξης» από μέρους των διανοουμένων, ακόμη κι όταν γίνεται λόγος για την «επιστημονική μέθοδο» με την οποία τους ανακαλύπτουμε (Πατρίκιος, Τσίρκας, Χατζιδάκη).
Στην Επιθεώρηση Τέχνης δημοσιεύτηκε ο στίχος: «οι ποιητές κατοικούν έξω απ’ το φόβο» από συγγραφέα (Βρεττάκος) που είχε επικριθεί για τον «ουμανιστικό» τόνο των έργων του. Πράγματι, το περιοδικό αυτό ευνόησε τις συζητήσεις για την «αντικειμενικότητα» της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τη συνάφειά της με την κοινωνική «βάση», επέδειξε ξεχωριστή ευαισθησία για τη διάδοση των μετασταλινικών αισθητικών και γενικότερα φιλοσοφικών επεξεργασιών, ενδιαφέρθηκε για τα επίκαιρα θέματα της εγχώριας πολιτι(στι)κής ζωής, αντιπαρατέθηκε με γνώση και πάθος στην πνευματική καχεξία που επιδίωκε να επιβάλει η «συντηρητική» (ο χαρακτηρισμός δεν πήγαζε από μια εύκολη ετικέτα της ζντανοφικής νοοτροπίας διανόηση και στόμωσε την κριτική του, ακόμη κι όταν στο στόχαστρό του ετίθεντο τα ατοπήματα συνεργατών του όπως συνέβη με την περίπτωση του έργου «Η Ελληνική Ποίηση Ανθολογημένη» (βλ. και Κουλουφάκος 1965: 85· τώρα: τ. Α’, 879–884).
Από τις στήλες του άλλωστε απομυθεύτηκε η συνταγή αποφυγής της «ιδεολογικής συνύπαρξης», που είχε επιδοθεί μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ για την πρόληψη «επικίνδυνων» διολισθήσεων του «μαρξισμού-λενινισμού» με πρόσχημα τάχα την «αποσταλινοποίηση» και την «ειρηνική συνύπαρξη». Αν ο Marx δεν κληροδότησε ένα «ρεπερτόριο φράσεων για τσιτάτα», αλλά μια μέθοδο για την ορθή σύζευξη της επιστημονικής γνώσης (και όχι της «ιδεολογικής» επικάλυψης) του ιστορικού γίγνεσθαι με την επαναστατική πράξη για την ώθησή του, τότε αποδεικνύεται περιττό το «άκαμπτο σύστημα» της «μονολιθικής ιδεολογίας», που αυτοπροτείνεται ως δεσμευτική ρήτρα για την παγκόσμια επικράτηση και οικοδόμηση του σοσιαλισμού, και κρίνεται ως απαραίτητη η κατανόηση των όρων «καθυστέρησης» και «αναγέννησης» της σκέψης που εμπνέεται από τις ιδέες του.
Σε κάθε περίπτωση ο οστρακισμός της πρόχειρης ετικετοποίησης των αντιλήψεων που είναι ή φαίνονται διαφορετικές είχε συναρτηθεί με τον βαθμό ωριμότητας των Ελλήνων μαρξιστών και τη σύστοιχη ικανότητά τους να ανασκευάζουν με πειστική επιχειρηματολογία τα θεωρήματα των αντιπάλων τους. Ετσι, ο υπεύθυνος της Επιθεώρησης Τέχνης συνιστούσε την εγκατάλειψη της «αλαζονικής και κούφιας πνευματικής αυτάρκειας», που οδηγεί στην προληπτική λογοκρισία των ιδεών και στην αναπόδραστη αφυδάτωση της μαρξιστικής διαλεκτικής, και δεν συμμεριζόταν την ανατροφοδότηση της άκαρπης πολεμικής που προδίδει θεωρητική ανασφάλεια και εκτρέφει συνεχώς απλουστεύσεις (Νούτσος 1994: 72-77). (Βλ. «Κοινωνία, πολιτική στράτευση και ποίηση. Για τον Τίτο Πατρίκιο», Αθήνα, εκδ. Σαββάλας, 2006, 39-42).
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας Ιωαννίνων
