ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Και η Ποίηση συγκροτείται ως «διαρκής μαθητεία», ιδίως σε καιρούς «πανδημίας». Συχνά το ποιητικό ταξίδι, σε όλους τους σταθμούς και στα γυρίσματά του, προσφέρει ευκαιρίες για την αναδίπλωση του ποιητικού υποκειμένου σ’ αυτό που επιτελεί ως διανοούμενος περιηγητής, ακόμη κι αν εμφανίζεται «γλυκύθυμος ταξιδευτής».

Το διακυβευόμενο «αναστοχάζεσθαι» («être reflexif», κατά τον Bourdie) υπονοεί ότι αυτός επινοεί κάθε φορά μορφές αμφισβήτησης της πρακτικής που τον χαρακτηρίζει. Η «έξις» αποτελεί έτσι το σύνολο των ενδεχόμενων (και όχι δεδομένων) λύσεων σ’ έναν κόσμο αγοραφοβικό και συνάμα πρωτόγνωρο που τον καθιστά περισσότερο άξενο η επιβαλλόμενη «pensée unique» ως νομιμοποίηση των οικείων εξουσιαστικών πλεγμάτων και χειραγωγήσεων. Προφανώς ο ποιητής/ταξιδευτής δεν παραμένει το πρώτο κινούν ακίνητον στους δακτυλίους της επικοινωνίας, τους οποίους βέβαια επιδιώκει διαρκώς να διευρύνει και να εμπλουτίζει σε βιώματα, ακόμη και ως «αρχιτεκτονική της μνήμης».

Συχνά όμως, ανάλογα με την ιστορικοκριτική του σκευή και τους τρόπους εφαρμογής της στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του τόπου του, αυτού δηλαδή που ζει κάθε φορά, κατορθώνει να αποκρούει τις παγιδεύσεις του «homo folcloristicus» που αρκείται στην αυταρέσκεια των «αστείων», θρηνώντας τον ανέκκλητο παρθενικό υμένα όσων έχουν ήδη χαθεί. Ο ταξιδιώτης/αφηγητής συνθέτει τις «μαρτυρίες» του μέσα από τη δημιουργική αναστάτωση που εμπεριέχει το «έτερον», σε όποια διάσταση κι αν αυτό νοηθεί. Στο «τοπίο μνήμης» μπορεί να εμφανίζεται ως «μετερίζι της ερμιάς» με «πουλί χωρίς λαλίτσα».

Το ταξίδι ευνοεί την «ευτοπία» ή την «ουτοπία»; Αν ο προορισμός που ικανοποιεί είναι ο «άλλος τόπος», τότε η εστίαση των ενδιαφερόντων μας συνοψίζεται στην «ευτοπία». Αν όμως κανένας τόπος δεν μας ενθουσιάζει, αυτονόητα μας ελκύει η ουτοπία. Ο μηχανισμός της τελευταίας διαχειρίζεται το αδύνατο ως δυνατό. Για τούτο καθιστά εφικτή τη σύλληψη εκείνου που η εξουσία των «κατεστημένων κοινωνιών» δεν επιτρέπει την ανάδυσή του. Οντως των «λέξεων η θαλπωρή / έχτιζε νέες ουτοπίες», «στήνοντας μιαν ουτοπία ακόμα»/«σαθρό αντιστάθμισμα ματαιότητας».

Ενας πρώτος απολογισμός αφορά τις περιπτώσεις εμβολιασμού της «πολιτικής λογικής» από την «κοινωνική λογική». Γεγονός που λειτουργεί ως εναλλακτικός φορέας (ανα)παραγωγής του ανατρεπτικού λόγου και της ομόλογης πρακτικής. Βέβαια, η διαλεκτική «είναι» και «δέοντος» γνώρισε αρκετές φολκλορικές τονωτικές ενέσεις, αν και σε γενικές γραμμές η ουτοπική παραγωγή υπήρξε και συνεχίζει να είναι η σκέψη των εξουσιαζόμενων κοινωνικών τάξεων.

Με την αισθητοποίηση της περατότητας του κόσμου μας, δηλαδή των κόσμων του, ενθαρρύνονται βέβαια μορφές «ετεροτοπίας». Κυρίως για τους «κάτωθεν» μετακινούμενους σε όλα τα σημεία της οικουμένης «κατά βίου και γης ζήτησιν». Αυτός ο «άλλος τόπος» μπορεί να εγκαθίσταται προκλητικά στον υπάρχοντα κόσμο για να υποδεικνύει το απευκταίο και αντίστοιχα το ευκταίο. Ετσι μπορεί να κρατιέται «ό,τι ευδοκίμησε στο χρόνο / ό,τι αγλάισε τον πόνο».

Επίσης, το καλλιτεχνικό ταξίδι, σε όλους τους δυνατούς κόσμους και με όλες τις αναμενόμενες επιστροφές, προσφέρει την ευκαιρία για την αναδίπλωση του υποκειμένου που το επιτελεί ως διανοούμενος περιηγητής. Διαδραματίζεται και μάλιστα με υπονοούμενη στίξη η αντιθετική πορεία και συνάμα σύζευξη «μικρόκοσμου» – «μακρόκοσμου». Ετσι από τη μια πλευρά το «ασήμαντο γινότανε γιορτή / και πλησμονή το λίγο», «Μεταγγίζει η ερημία / την ευφορία της στιγμής», «ευδοκιμείς στον εσωτερικό σου μικρόκοσμο», «μ’ αφήνεις παντέρημο», «μια περιπλάνηση στο απρόοπτο», «Απταίστως να αφεθώ στων στιγμών τη μαγεία», «κουκκίδες ασήμαντες / μες στη συμπαντική σιωπή», «Λεπτή κλωστή η ζωή / τυλίγεται με βιάση», «μες στο λιγόστεμα του χρόνου θα ανθίζεις», «Ο,τι αγάπησες μικραίνει μέσα σου με τον καιρό» και από την άλλη πλευρά «Κανένας δεν δέχεται / τις επικλήσεις της νύχτας σου», «Δεν είχε ο τόπος σύνορα / ούτ’ όρια ο χρόνος», «στην ερημιά πορεύομαι», «Μα ο δρόμος ήταν έρημος / κι ο ταχυδρόμος χάθηκε / στις ατραπούς της νύχτας», «ο θρίαμβος του χειμώνα / διαδέχεται τη ματαιότητα του θέρους», «Μες στη βαθύλαλη αγορά / στο πανωφόρι της ασημαντότητάς του τυλιγμένου», «πορεύεσαι / προς τις άγονες του μέλλοντός σου μέρες», «μ’ αφήνεις παντέρημο / στους πέντε δρόμους του πικρού βοριά», «με νέα άλματα ευφορίας να πορευτώ / στις έρημες του μέλλοντός μου εκτάσεις», «ό,τι μ’ αγάπη ξεσκαλίζει / στις στάχτες μιας ζωής που αχνοφεγγίζει», «και τα Κύθηρα μακριά σου», «ναυάγια σ’ άγρια θάλασσα / τα χρόνια μου που χάλασα», «κι αφουγκράζεται τη σιωπή των πραγμάτων».

Ακόμη και η οποιαδήποτε «αυλική» τέχνη του καιρού μας δεν προϋποθέτει την εγγραφή της σε κάποιο «habitus» του καλλιτεχνικού υποκειμένου που θα μπορούσε τάχα να προλαμβάνει την έκβαση του παιγνιδιού του. Γιατί στα καταστατικά αντισώματα της τέχνης ανήκει η δυνατότητα διπλασιασμού του κόσμου. Μια δυνατότητα που σπάνια κανείς την απεμπολεί. Δηλαδή, με τα «λιγοστά ψιχία ελπίδας / για μια χιμαιρική ενατένιση», ακόμη κι αν «κυνηγώντας μια χίμαιρα / έφτασες στο τέλος της μέρας μ’ αδειανά χέρια».

Βέβαια, ο καλλιτέχνης-ταξιδευτής δεν παραμένει, ακόμη κι όταν το αισθάνεται έτσι, το πρώτον κινούν ακίνητον στους δακτύλιους της επικοινωνίας, τους οποίους ωστόσο επιδιώκει διαρκώς να διευρύνει και να εμπλουτίζει σε βιώματα. Ετσι συνθέτει τις «μαρτυρίες»/μορφές μέσα από τη δημιουργική αναστάτωση που εμπεριέχει το «έτερον», σε όποια διάσταση κι αν αυτό νοηθεί.

Προφανώς η εμπορευματική φαντασμαγορία της «virtual reality» ενδέχεται να οδηγεί σε σκηνές εντυπωσιασμού, τις οποίες μπορεί να περιορίζει ο μηχανισμός της καλλιτεχνικής γραφής που αναγνωρίζει την αντιθετική σύσταση της πραγματικότητας και των εμπειριών της. Εδώ ακριβώς παρεμπίπτει η κατοπτρική λειτουργία της τέχνης που ουδέποτε θα ξεθωριάσει, εφόσον ο καθρέφτης της είναι το «μέσα» και το «έξω» για τα έργα που αυτή φέρνει στο φως. Το «θαυμαστό» παραμένει το είδωλο ενός κόσμου που μας διαφεύγει, χωρίς όμως να το χαρίζουμε σε κανέναν. Ακόμη «και μια βαθιά εντός στου λύπη / ωριμάζει ταξίδια αειθαλή / στον ταρσανά της ψυχής σου».

Στις κλειστές-παραδοσιακές κοινωνίες με το θέατρο σκιών μπορούσε κανείς να περιπαίζει την πραγματικότητα και τους αφέντες της. Στη σημερινή «εικονική πραγματικότητα» του «κυβερνοχώρου» το «θέατρο φωτός» («στο φέγγος μιας καινούργιας μέρας») ανοίγει ρωγμές στην «αγοραφοβία» που συνυφαίνουν και (ανα)παράγουν οι μηχανισμοί χειραγώγησης. Ετσι απέναντι σ’ αυτήν την αγοραφοβική περιστολή των υπάρξεων ο γιγαντισμός των μορφών υποδεικνύει μια νέα μετοχή στο «παιγνίδι του κόσμου». Δηλαδή, ένας ιδιόμορφος επικοινωνιακός μεταβολισμός αποπνέει αισιοδοξία και απλότητα και συνάμα μια αντιθετική στάση σε ό,τι μας καθηλώνει και μας υποβάλλει. Από τον δικό του κήπο/παρατηρητήριο ο ποιητής αντιμετωπίζει την ετερόνομη, αγοραφοβική και τεχνολογικά αναπτυγμένη κοινωνία του καιρού μας χωρίς φόβο και αναστολές. Κοντολογίς, την κοροϊδεύει ως παίκτης χρωμάτων και λέξεων, «στο πανωφόρι της ασημαντότητάς του τυλιγμένος / περαστικός στο καταχείμωνο του κόσμου».

Μήπως δίδυμη αδελφή της ειρωνείας παραμένει η μελαγχολία; Ο,τι ακριβώς συνέβαινε και παλαιότερα συμβαίνει και τώρα. Αυτός που μπορεί να (αυτό)ειρωνεύεται συνάμα ενδέχεται να μελαγχολεί. Να διαθέτει την επίγνωση των βαθμών συνταύτισης ή όχι επιθυμητού στόχου και επίτευξής του. Μ’ άλλα λόγια, αυτή η δυσχερής συνάντηση «είναι» και «δέοντος» αφορά τη βαρύθυμη εσωστρέφεια των υποκειμένων. Τούτο δεν οδηγεί βέβαια σε παραίτηση και συνθηκολόγηση. Ισα ίσα συντείνει σε ένα πλέγμα αυτοπροστασίας, κατά την εκτύλιξη της διακινδύνευσης, και σε μια έλξη προς αυτό που κάποτε θα έπρεπε να επιτευχθεί: «Στο σκοτεινό καταπιόνα του χρόνου / πεπραγμένα και ποθούμενα».

Πολλοί μίλησαν για το προνόμιο των «εξαιρετικών», αν και πρόκειται για το εξαιρετικό σημείο έλξης όσων δεν βολεύονται με τον υπάρχοντα κόσμο. Από άλλη σκοπιά συναρτήθηκε, με αρκετές παραλλαγές, η «απαισιοδοξία της νόησης» με την «αισιοδοξία της βούλησης». Και για τούτο έγινε λόγος για «αριστερή μελαγχολία»: «η μέρα παιανίζει τους δρόμους της», ακόμη κι όταν «μεταγγίζει η ερημία την ευφορία της στιγμής».

Ανεξάρτητα απ’ αυτές τις διατυπώσεις, η μελαγχολία διέπεται από την «ηθική του βέλτιστου». Αν και για τους εξουσιαστές που χάνουν τη δύναμή τους σφραγίζεται από τη νοσταλγία του παρελθόντος τους. Οι τελευταίοι προκρίνουν τον κύκλο ως σχήμα προ-κατανόησης της ιστορίας και όσοι τους διαδέχονται αντίστοιχα επιλέγουν τη γραμμή. Την «ενεργητική απαισιοδοξία» έχουν όμως ως διαρκή σύμμαχό τους εκείνοι που προσπαθούν να γεφυρώσουν την πραγματικότητα με το ιδεώδες, μέσα από «αδιέξοδους δρόμους», ακόμη κι αν «δεν είχε ο τόπος σύνορα /ούτ’ όρια ο χρόνος». Εστω, «με το δισάκι του φτωχού / γεμάτο χρόνια νόστου» – «Σε μια θάλασσα νόστου ναυαγός δίχως έρμα». Θα πρόκειται για «νόστο βαθιά ριζωμένο» έτσι που να «μυρίζεις αγιόκλημα και νόστο».

Ετσι, «λύνει τους κάβους η αυγή / νέα ταξίδια υπόσχεται η μέρα» (τα ποιητικά παραθέματα από τη «Χειμερινή ανθοφορία», Αθήνα, Καστανιώτης 2023, του Τάσου Κανάτση).

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων