Υπάρχει μια άτυπη παράδοση, μια μη ιδρυθείσα λεγεώνα πεζογράφων, ποιητών και λοιπών συγγραφέων. Είναι οι καλλιτέχνες αυτοί που τοποθέτησαν στο κέντρο του έργου τους το ξερίζωμα του κόσμου. Το ξερίζωμα του λαϊκού πολιτισμού, το ξερίζωμα μιας αρχέγονης κουλτούρας, το ξερίζωμα ενός κόσμου που πεθαίνει διαρκώς και πεθαίνει παίρνοντας μαζί του την ομορφιά και την αξιοπρέπεια.
Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι είδε τον λαϊκό άνθρωπο να ποδοπατείται από τα πλήθη των μεγαλουπόλεων, την εργατική τάξη να ξεριζώνεται από τον εαυτό της και τον καπιταλισμό να τσαλακώνει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Τις ντοπιολαλιές, τις παραδόσεις, τους ριζωμένους τρόπους των ανθρώπων. Ολα να ομογενοποιούνται στη λαίλαπα του καταναλωτισμού. Και τις πυγολαμπίδες του να σβήνουν σε έναν ουρανό μπουκωμένο από τεχνητό φως.
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μίλησε για τον θάνατο του κόσμου αυτού μόλις βρέθηκε στην Αμερική. Μέσα στο βιβλίο του «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη» είδε τον δικό του κόσμο, τον κόσμο της Ανδαλουσίας, των λαϊκών ανθρώπων και των Τσιγγάνων, της ζωής στη φύση να πεθαίνει. Και τη Νέα Υόρκη, τη «συνωμοσία των έρημων γραφείων», να απλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο μετατρέποντάς τον σε ένα κίβδηλο καπιταλιστικό προσωπείο.
Ο Γιούκιο Μισίμα είδε τη χώρα του να καταπίνεται από ένα επιβεβλημένο δυτικό πρότυπο. Μια παράδοση τόσο ιδιόμορφη και τόσο βαθιά να γίνεται ενιαία και να συντονίζεται με την πλαστική πομπή του κόσμου. «Την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη στην ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα». Οι χειρονομίες, οι τελετουργίες, το κενό ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς να εξατμίζονται πίσω από έναν ναό που καίγεται.
Ο Εζρα Πάουντ τραγούδησε τον δυτικό πολιτισμό που πεθαίνει. Οχι μόνο τα έργα αλλά και τις προϋποθέσεις πίσω από τα έργα. Αυτές που γέννησαν τους προβηγκιανούς τροβαδούρους, τις τοιχογραφίες της Αναγέννησης, το γαλλικό μυθιστόρημα. «Τα πτώματα να ρίχνονται με τα μούτρα στο συμπόσιο με το πρόσταγμα της τοκογλυφίας». Είδε τον πολιτισμό αυτό να ανταλλάσσεται και να τοκίζεται. Να ποδοπατείται άλλοτε από τη μιλιταριστική μπότα και άλλοτε από τον αχόρταγο άβακα. Θέλησε να γράψει παράδεισο, όπως είπε, γιατί ο κόσμος του χανόταν πίσω από μια κόλαση, ανίας, μετριότητας και βαρβαρότητας.
Είναι αυτοί και μαζί πολλοί ακόμη. Και δεν είμαι σίγουρος γιατί, ποια είναι η σύνδεση, αλλά όλοι τους βρήκαν άσχημο τέλος. Λες και η στάση τους αυτή να κουβαλούσε ένα αντίτιμο. Λες και έπρεπε να γίνουν μάρτυρες για αυτόν τον κόσμο που γλιστρούσε μέσα από τα χέρια τους. Ο Παζολίνι άγρια δολοφονημένος στην Οστια από τη μαφία ή από κοινούς εγκληματίες σε μια πληγή που ακόμη δεν έχει βρει τον αυτουργό της. Ο Λόρκα δολοφονημένος από τους φασίστες χαμένος σε κάποιο ομαδικό τάφο. Ο Μισίμα περνώντας από ένα μιλιταριστικό και ακροδεξιό παραλήρημα να κάνει χαρακίρι σε ένα κρατικό κτίριο. Ο Εζρα Πάουντ να καταδικάζεται από τη φασιστική του έξαρση και τον αντισημιτισμό του σε κλουβιά τις Ιταλίας και ψυχιατρεία της Αμερικής.
Αυτή τη χορεία των ποιητών σκέφτομαι και τα λόγια τους που πια απλώνονται σαν αναστεναγμός. Ποιος είναι ο δικός μας κόσμος; Ποιο το δικό μας αντίτιμο; Ενώ παντού γύρω σου αντικρίζεις το ξερίζωμα. Το δικό σου ξερίζωμα. Τον κόσμο αυτό. Και ξεριζώνεται. Τα νησιά να έχουν μεταμορφωθεί σε πλαστικές μούμιες που περιφέρουν σε διαφημίσεις την πανάκριβη σορό τους, τους ανθρώπους να προσπαθούν να αρνηθούν τους τρόπους τους και τον αττικό κόσμο ρημαγμένο από ουρανοξύστες, αμφίβολα τσιμέντα και χυδαίους μεταπράτες. Ενας κόσμος που ξεριζώνεται, ένας κόσμος που πεθαίνει. Και οι πυγολαμπίδες του Παζολίνι νεκρές στην υψικάμινο.
