Η αγγλική λέξη debate παράγεται από τον γαλλικό μεσαιωνικό όρο «debatre», «μάχομαι», από το λατινικό «battuere», «χτυπώ». Η σημασία της αγγλικής λέξης είναι «διαφωνώ δημοσίως και επισήμως, επιχειρηματολογώ για ένα θέμα, πριν ψηφίσω γι’ αυτό». Ομως η ίδια η ρίζα της λέξης αναφέρεται στη μάχη, την ανταλλαγή χτυπημάτων, με σκοπό την επικράτηση του ισχυροτέρου.
Καμία σχέση με την αρχαιοελληνική αντίληψη της δημιουργικής διαφωνίας μέσω επιχειρημάτων, δηλαδή του διαλόγου, που συνδέεται με τη διαλεκτική, τη δυναμική αλληλεπίδραση θέσεων και αντιθέσεων, με σκοπό τη σύνθεση. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας ορίζει το ντιμπέιτ ως διαλογική αντιπαράθεση των πολιτικών στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, συνήθως κατά τη διάρκεια προεκλογικής περιόδου. Η σωστή απόδοση του «debate» είναι «δημόσιος διάλογος», κι αν αυτό μας πέφτει βαρύ, υπάρχει, λέει το Λεξικό, και ο νεολογισμός «τηλεμαχία».
Το ντιμπέιτ θεωρείται η πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των επιλογών που έχουν οι ψηφοφόροι, σύμφωνα με τους ειδικούς της πολιτικής επικοινωνίας. Προφανώς, διότι ζούμε στην εποχή της «ψηφιακότητας», της εικόνας και όχι του γραπτού λόγου. Ελάχιστοι ψηφοφόροι παγκοσμίως μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν και να συγκρίνουν τα προγράμματα αλλά και τα πεπραγμένα των κομμάτων και των υποψηφίων που ζητούν την ψήφο τους. Ετσι, αφήνοντας τη μνήμη και την κρίση τους να ατροφήσουν, καταψηφίζουν τους πολιτικούς που δεν «γράφουν καλά στο γυαλί» και υπερψηφίζουν τους φωτογενείς, τους όμορφους και τις χαριτωμένες, τους ατακαδόρους και τις ευφραδείς, που πουλάνε καλύτερα από τον αντιπάλο τον εαυτό τους.
Το κύρος που έχει αποκτήσει ο θεσμός του ντιμπέιτ, της τηλεμαχίας, αποδεικνύει πως τελικά δεν έχουμε δημοκρατία, αλλά τηλεκρατία, όπου η ανώτατη αξία είναι το φαίνεσθαι και όχι το είναι. Απορώ μάλιστα γιατί μπαίνουμε στον κόπο να ψηφίσουμε στις κάλπες – θα γλιτώναμε χρόνο και χρήμα εάν απλώς δίναμε την ψήφο μας τηλεφωνικά ή με SMS στον υποψήφιο της αρεσκείας μας κατά τη διάρκεια του ντιμπέιτ, κάπως σαν τη Γιουροβίζιον…
Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους ειδικούς των δημοσίων σχέσεων που στήνουν τα ντιμπέιτ, ήδη από το 1960, όταν διοργανώθηκε η πρώτη τηλεμαχία μεταξύ του Ρίτσαρντ Νίξον και του Τζον Κένεντι, υποψηφίων για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ. Οι ακροατές της τηλεμαχίας από το ραδιόφωνο θεώρησαν πως είχε υπερτερήσει ο Νίξον, αλλά τελικά επικράτησε η τηλεοπτική εικόνα: ο ιδιαίτερα φωτογενής, κομψός και άνετος Κένεντι κέρδισε τις εντυπώσεις απέναντι σ’ έναν Νίξον που φαινόταν κουρασμένος, αγχωμένος και ιδρωμένος – εκείνο το ντιμπέιτ έδωσε τη νίκη στον Κένεντι.
Το πρώτο ντιμπέιτ στην Ελλάδα έγινε το 1990 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μεταξύ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Χαρίλαου Φλωράκη. Δεν έγιναν και πολλές τηλεμαχίες έκτοτε: το 1996 μεταξύ Κ. Σημίτη και Μ. Εβερτ, το 2000 με τους Κ. Σημίτη και Κώστα Καραμανλή, το 2004 ήταν στο πάνελ οι Γ. Παπανδρέου, Κ. Καραμανλής, Αλ. Παπαρήγα, Ν. Κωνσταντόπουλος και Δ. Τσοβόλας, το 2007 μεταξύ Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου, Αλ. Παπαρήγα, Αλ. Αλαβάνου, Γ. Καρατζαφέρη και Στ. Παπαθεμελή, ενώ το 2009 έγινε το τελευταίο ντιμπέιτ ή μάλλον τα δύο τελευταία: το ένα με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και το δεύτερο μόνο με τους Καραμανλή και Παπανδρέου.
Πάντως, αξέχαστος θα μείνει ο παλαίμαχος προπονητής Αλέφαντος που το 2015 προέτρεπε τον Αντώνη Σαμαρά να μη φοβάται και να πάει σε τηλεμαχία, λέγοντας: «ντιμπέι, ρε!»
? Τηλεμαχία
(νεολογισμός): τηλεοπτικός διάλογος μεταξύ δύο ή περισσότερων πολιτικών αντιπάλων, πριν από μια εκλογική αναμέτρηση
