Με φόβο και δέος, ο συλλέκτης μανιταριών μπαίνει στο δάσος. Μένει ασάλευτος κρατώντας την ανάσα του. Ο αόρατος διώκτης του τον έχει οσμιστεί και έχει εντοπίσει τη θέση του… Εκείνος όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, αφού είχε τη δυνατότητα να ακούει τα χρώματα και να ερμηνεύει τα ακατάληπτα λόγια που ψιθύριζαν οι ευωδιές στον αέρα…
Μέσα από τις μεταμορφώσεις σε αλλόκοτα συμπλέγματα πλασμάτων, το δάσος υπακούει στους δικούς του νόμους και στη δική του ηθική. Αυτή των άγριων ενστίκτων. Τα δέντρα, τα φυτά και τα ζώα έχουν φωνή. Τι κι αν ο εγωιστής άνθρωπος δεν διαθέτει την ικανότητα να την ακούσει; Τα πλάσματα συνομιλούν μεταξύ τους και μαζί του και εκφράζονται μέσα στο πεδίο της προαιώνιας οριοθέτησης. Αφηγούνται ιστορίες βαθύτατου φιλοσοφικού στοχασμού, που σίγουρα, αν το ανθρώπινο είδος δεν ξεκοβόταν από το Ολον, θα είχε πάρει άλλη πορεία.
Μέσα από το παραμύθι και την αλληγορία επέλεξε αυτή τη φορά ο Κώστας Αρκουδέας να αναδιπλώσει μπροστά στα έκθαμβα μάτια του αναγνώστη μια ιστορία τρομακτική του ανθρώπινου είδους, που θα μπορούσε να είναι και ιλαρή για όποιον δεν έχει την ικανότητα να διαρρήξει το προσωπείο της ανθρώπινης ύπαρξης για να του φανερωθεί ο κόσμος των δυνατών άγριων ενστίκτων, και προτιμά την επιφάνεια από το βάθος των πραγμάτων. Και ναι μεν μέσα στη φύση –συγκεκριμένα στο δάσος του Αρκουδέα– η αγριότητα είναι μέρος της συντήρησης και της διαιώνισης των ειδών, στις κοινωνίες των ανθρώπων όμως προκαλεί τον αφανισμό των πλασμάτων και του ίδιου του ανθρώπου, ο οποίος ναι μεν διαθέτει ευφυΐα, αλλά όχι και σοφία (σελ. 19).
Η νουβέλα «Συλλέκτης μανιταριών» είναι αποτέλεσμα φιλοσοφικού στοχασμού και αγωνίας του δημιουργού. Με λόγο λιτό και στέρεο, ο Κώστας Αρκουδέας μιλάει για τις σαθρές βάσεις μιας κοινωνίας οικοδομημένης στο ψέμα, την ανελευθερία μέσα σε ένα καθεστώς κατ’ επίφαση δημοκρατίας, όπου το αληθοφανές υποκαθιστά την αλήθεια μέσα από παραποιημένες ειδήσεις και έννοιες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος, που στην πραγματικότητα είναι μοναδικός, ανασύρεται στο προμελετημένο και καλά ενορχηστρωμένο ρεύμα και μετατρέπεται σε όχλο.
«…Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, αλλά ταυτόχρονα όλοι μοιάζουν. Εχουν κοινούς κώδικες συμπεριφοράς. Παρασύρονται, γίνονται όχλος, και τότε είναι ικανοί για όλα».
Τούτα τα αποφθέγματα προκύπτουν αβίαστα μέσα από μια φιλική συζήτηση ενός λύκου και του συλλέκτη των μανιταριών, σε μια προσπάθεια διάρρηξης του υμένα της υποκρισίας, η οποία εμπεριέχει όλες τις συμβάσεις των ανθρώπινων κοινωνιών. Ο λύκος είναι εκείνος που βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο.
«Η κακία είναι πιο ειλικρινής. Απαιτεί λιγότερη προσπάθεια. Λιγότερη υποκρισία. Και λιγότερο συναίσθημα. Ο άνθρωπος είναι κατά βάση κακός…»
Για να καταλήξει πως η καλοσύνη είναι μια πολιτισμική κατάκτηση.
Πολλά ακόμα αναλύονται σε αυτό το ολιγοσέλιδο συμπόσιο των πλασμάτων, δέντρων, πουλιών του δάσους, που συντυχαίνουν για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους με τον απαράμιλλο τρόπο της γραφίδας ενός εξαιρετικού δημιουργού.
Ο Κώστας Αρκουδέας ανήκει στους συγγραφείς εκείνους που τολμούν να καταπιαστούν με πολύ διαφορικά θέματα, τόσο δικών τους στοχασμών όσο και αποτελέσματος έρευνας. Το διαπιστώνουμε και από τα προηγούμενα βιβλία του: «Το χαμένο Νόμπελ» και «Επικίνδυνοι συγγραφείς». Ετσι, έχει καταφέρει να αποφύγει τη μανιέρα ή τη συνταγή επιτυχίας. Περνά μέσα στη λογοτεχνία του ό,τι τον πονά και τον συνταράσσει και δίνει έργα καταγραφές στη νεοελληνική λογοτεχνία.
*Συγγραφέας. Το τελευταίο βιβλίο της «Το δέντρο με τις φωλιές» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη
