Η Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή ήταν μία από τις πιο σημαντικές αλλά και αιματηρές στιγμές της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την εποχή εκείνη, η Καισαριανή ήταν από τα πιο αναπτυσσόμενα εργατικά κέντρα της Αθήνας, με μεγάλο αριθμό εργαζομένων στα εργοστάσιά της.
Μετά την ομαδική δολοφονία των 1.300 πατριωτών στα Καλάβρυτα, τον Δεκέμβρη του 1943, ένα άλλο ομαδικό έγκλημα των χιτλερικών στην πατρίδα μας είναι η εκτέλεση των διακοσίων Αγωνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
● Διακόσια εκλεκτά παιδιά του ελληνικού λαού, φυλακισμένα τα περισσότερα από την εποχή της δικτατορίας Μεταξά. Ανάμεσά τους πρώτος ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
Είναι όμηροι, αιχμάλωτοι, κρατούμενοι στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Οι ναζί δεν σέβονται τους διεθνείς νόμους που προστατεύουν τους αιχμαλώτους. Τους στήνουν στον τοίχο του Σκοπευτηρίου.
● Ο Ναπολέων είναι ο διερμηνέας του Στρατοπέδου. Γνωρίζει τα γερμανικά. Οι κατακτητές τον έχουν ανάγκη. Του προτείνουν να τον εξαιρέσουν. Στη θέση του να βάλουν έναν άλλο κρατούμενο, οποιονδήποτε, αρκεί να είναι διακόσιοι. Ο Ναπολέων αρνείται.
● Αρνείται και σέρνει πρώτος τον χορό. Οι 200 τραγουδούν τον εθνικό ύμνο. Ο λαός της Καισαριανής είναι ανάστατος. Ξυπνάει την αυγή της Πρωτομαγιάς από τα τραγούδια και τις ομοβροντίες. Βγαίνει στους δρόμους.
Η Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή ήταν μια μεγάλη απεργία και πορεία που είχε διοργανωθεί από το τοπικό κομμουνιστικό κόμμα και το ΕΑΜ. Οι διαδηλωτές απαιτούσαν δικαιώματα για τους εργαζόμενους και αντιστέκονταν στην επιβολή ειδικών φόρων και στην αστυνομική καταστολή από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.
Ωστόσο, η πορεία αυτή έγινε αιματηρή όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να πυροβολούν τους διαδηλωτές και να ρίχνουν βόμβες «χειρός». Το αποτέλεσμα ήταν μαζική σφαγή, με περισσότερους από 100 νεκρούς και πολλούς τραυματίες.
Διηγείται ο ΕΠΟΝίτης Πάνος Αρώνης, που μας «έφυγε» πριν μερικά χρόνια:
«Εζησα εκείνες τις τραγικές στιγμές στην ηρωική συνοικία. Από μια ταράτσα είδα τους Διακόσιους, είδα το εκτελεστικό απόσπασμα, είδα τα γερμανικά κράνη. Οταν συντελέστηκε το έγκλημα και οι ναζί αποχώρησαν ικανοποιημένοι, αφού είχαν ρίξει και τις χαριστικές βολές, στον τόπο της εκτέλεσης είχε μείνει ένας σωρός από τα νεκρά κορμιά των Αγωνιστών.
Φορτηγά αυτοκίνητα του Δήμου μεταφέρανε τα νεκρά παλικάρια στο νεκροταφείο της Κοκκινιάς. Από τις καρότσες των αυτοκινήτων έσταζε το άλικο αίμα. Ο δρόμος βάφτηκε κόκκινος ώς κάτω στο Παγκράτι.
Θυμάμαι ότι μαζί με ΕΠΟΝίτες-παλικαρόπουλα πηδήσαμε τη μάντρα του Σκοπευτηρίου και ψάχναμε να βρούμε σημειώματα που πέταγαν οι μελλοθάνατοι: “Μάνα πεθαίνω για την πατρίδα”, “Να μη στενοχωριέσαι αδελφούλα”, “Θάνατος στο φασισμό”.
Παρατήρησα ότι το χώμα ήταν νωπό, είχε αλλάξει χρώμα. Ακούμπησα το χέρι μου με σπαραγμό… Εξήντα χρόνια περίπου πέρασαν από τότε. Και όμως, διατηρώ ολοζώντανες μπροστά στα μάτια μου εκείνες τις τραγικές εικόνες».
Να μην ξεχάσουμε ποτέ την Πρωτομαγιά του 1944. Ιδιαίτερα τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Και το ίνδαλμα της γενιάς μας, στη Μεσσηνία, τον Κώστα Μπασακίδη.
Να μην ξεχάσουμε ποτέ τις μαύρες μέρες του 1967. Ιδιαίτερα τώρα που έρχονται εκλογές.
Και γυρίσουμε πάλι στις ίδιες μαύρες μέρες…
Να θυμόμαστε πάντα, εμείς που τα ζήσαμε, τους 200 ήρωες της Καισαριανής. Kαι χρέος μας να τα θυμίζουμε ΟΛΑ στις νέες γενιές.
Τραγουδώντας και το ηρωικό τραγούδι τους…
«Εμάς μας γέννησε η βροντή και τ’ άγριο αστροπελέκι,
μιας θύελλας κοσμογονικής. Καταλυτής σεισμός
και το κοντύλι του σκολειού εγίνηκε τουφέκι
στα χέρια μας που φλόγισε, της Νέας Ζωής σφυγμός»
