Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Αμερικανός Ζολά, Φρανκ Νόρις, στιγματίζει την κατάρρευση της μεσαίας τάξης στην Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα

Ο Φρανκ Νόρις, συγγραφέας με θεμελιώδη συμβολή στο αμερικανικό ρεαλιστικό μυθιστόρημα και με κλίση σε έναν εκλεκτικιστικό νατουραλισμό, που χαρακτηρίζει τις καλύτερες στιγμές της πεζογραφίας που ευδοκίμησε στη χώρα του κατόπιν, μεταφράζεται για πρώτη φορά στην ελληνική.

Γεννημένος στο Σικάγο, έζησε μόνο 32 χρόνια (1870-1902), πρόλαβε όμως, μέσα από τα πρώτα δείγματα νατουραλισμού στη συγγραφή, και ακριβώς στο γύρισμα του αιώνα, να στηλιτεύσει την ανθρώπινη μικρότητα και φαυλότητα, την εμπορική κερδοσκοπία, με όλη τη σκληράδα και τον αμοραλισμό της. Γυρίζοντας ουσιαστικά σελίδα στην αμερικανική λογοτεχνία, περιγράφει γλαφυρά την αχρειότητα των χαρακτήρων του, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Ούτε καν στους αναγνώστες. Δεν ωραιοποιεί, δεν απομακρύνει τη ματιά του από τα πλέον ταπεινά κίνητρα. Ο άνθρωπος είναι αποτρόπαιο ον και ο Φρανκ Νόρις τον περιγράφει ακριβώς έτσι. Τραγικό, μέσα στην απάνθρωπη σκληρότητά του!

Ο «ΜακΤιγκ» (γραμμένο το 1899) είναι ένα «διπλό βιβλίο»: ένα μέρος του (το μεγαλύτερο) αποτυπώνει με δυναμισμό και αδρότητα την τύχη της μεσαίας τάξης μέσα σε μια συνθήκη βίου που καθορίζεται από το χρήμα, ενώ η συνέχειά του καταλήγει ένα απροσδόκητο «γουέστερν», βασισμένο στον «πυρετό του χρυσού», που μόλις ξεθύμαινε στα χρόνια συγγραφής του (τέλη του 19ου αιώνα).

Στο έργο, το ζευγάρι του κομπογιαννίτη οδοντογιατρού ΜακΤιγκ και της συζύγου του Τρίνας διέρχεται όλα τα στάδια της προσέγγισης και της ρήξης, στο επίκεντρο ενός κόσμου δηλητηριασμένου από ταπεινές «αξίες», που σήμερα μπορούμε να καταλάβουμε κι εμείς. Oλα αλλάζουν όταν το ζευγάρι, από τη θαλπωρή του μικροαστικού του σπιτικού, ξεπέφτει στην ένδεια και την εξαθλίωση, με τραγική κατάληξη τον φόνο. Ο Εριχ φον Στροχάιμ, γοητευμένος από το μυθιστόρημα του Νόρις, βάσισε σ’ αυτό την περίφημη ταινία του «Απληστία» (1924).

Στο κείμενο που ακολουθεί σε προδημοσίευση, φαίνεται καθαρά από τις περιγραφές του δωματίου και των αισθημάτων του ΜακΤιγκ προς τη σύζυγό του η κατάρρευση της αστικής τάξης στην Αμερική, τέλη του 19ου αιώνα… λίγο πριν ανατείλει ο 20ός. Οι αντιστοιχίες με το σήμερα –ακριβώς έναν αιώνα μετά– είναι αναπόφευκτες.

(από το 5ο κεφάλαιο)

«Ο ΜακΤιγκ στεκόταν ασάλευτος στο μέσον της κάμαρας, πιέζοντας τους αγκώνες του στα πλευρά του και λοξοκοιτώντας με την άκρη του ματιού. Δεν τολμούσε να σαλέψει. Βρισκόταν στην κάμαρα της Τρίνας.

Ηταν μια συνηθισμένη καμαρούλα. Στο πάτωμα ήταν στρωμένη μια καθαρή λευκή ψάθα και τους τοίχους έντυνε μια γκρίζα ταπετσαρία με ρόδινα και πράσινα λουλούδια. Σε μια γωνιά, κάτω από ένα λευκό τούλι, ήταν ένα κρεβατάκι. […] Παραδίπλα, κολλητά στον τοίχο, υπήρχε μια μαύρη τουαλέτα από καρυδιά. Ενα τραπεζάκι εργόχειρου και μελέτης, με σπειροειδή πόδια, ήταν δίπλα στο παράθυρο με τις πράσινες και χρυσαφιές κουρτίνες. Αντίκρυ, η πόρτα της ντουλάπας ήταν μισάνοιχτη, και στη γωνία απέναντι απ’ το κρεβάτι υπήρχε ένας μικροσκοπικός νιπτήρας με δύο καθαρές πετσέτες.

Αυτά ήταν όλα. Ωστόσο, ήταν η κάμαρα της Τρίνας. […] Ηταν λες και η Τρίνα βρισκόταν αόρατη δίπλα του. […]

Καθώς ακουμπούσε το κερί στην τουαλέτα, είδε τη βούρτσα της εκεί. Ευθύς την έπιασε και, δίχως να ξέρει γιατί, την κράτησε στο πρόσωπό του. Αχ, πώς ευωδίαζε! […] Η μυρωδιά τούτης της μικρής βούρτσας είχε μαγικές δυνάμεις. Δεν χρειαζόταν παρά να κλείσει τα μάτια για να τη δει πεντακάθαρα σαν μέσα σε καθρέφτη. Εβλεπε τη μικροκαμωμένη στρουμπουλή της φιγούρα ντυμένη στα μαύρα –γιατί, παραδόξως, ήταν η πρώτη του εντύπωση απ’ την Τρίνα που του ήλθε στο μυαλό τώρα, κι όχι η Τρίνα των κατοπινών φορών, όχι εκείνη με την μπλε φούστα και το λευκό ψαθάκι. Την έβλεπε όπως την είχε δει την ημέρα που ο Μάρκους τούς σύστησε –έβλεπε το χλομό και στρογγυλό της πρόσωπο· τα στενά, μισάνοιχτα μάτια της, γαλάζια σα μάτια μωρού· τα μικροσκοπικά και χλομά αφτιά της, που είχαν κάτι αναιμικό· τις φακίδες στη ράχη της μύτης της· τα χλομά χείλη της· την τιάρα των αρχοντικών μαύρων της μαλλιών, και πάνω απ’ όλα την υπέροχη πόζα του κεφαλιού της, που ’γερνε πίσω από το βάρος, θαρρείς, όλων εκείνων των μαλλιών –την πόζα που ’κανε το πιγούνι της να πετιέται λιγάκι, με την κίνησή της να ’ναι τόσο παιδική, να αποπνέει τόση αθωότητα κι ευπιστία.

Ο ΜακΤιγκ τριγύρισε αθόρυβα στην κάμαρα, από το ένα αντικείμενο στ’ άλλο, βλέποντας την Τρίνα σ’ ό,τι άγγιζε ή κοιτούσε. Τελικά, έφτασε στην πόρτα της ντουλάπας. Ηταν μισάνοιχτη. […]

Τα ρούχα της Τρίνας κρέμονταν εκεί -φούστες και μπούστα, ζακέτες, λευκά μεσοφόρια κρεμασμένα ασάλευτα. Τι θέαμα! Για μια στιγμή ο ΜακΤιγκ κράτησε μαγεμένος την ανάσα του. Αν είχε ανακαλύψει ξάφνου την ίδια την Τρίνα εκεί μέσα να του χαμογελάει απλώνοντας τα χέρια, δεν θα τον είχε συνταράξει περισσότερο. Μεμιάς αναγνώρισε το μαύρο φόρεμα, αυτό που φορούσε κείνη την περίφημη πρώτη μέρα. […] Μπήκε παραμέσα στην ντουλάπα αγγίζοντας δισταχτικά τα ρούχα, χαϊδεύοντάς τα απαλά με τις πελώριες, αργασμένες του χούφτες. Καθώς τα κουνούσε ελαφρά, ένα λεπτό άρωμα έβγαινε απ’ τις πτυχές. Αχ, αυτή η εξαίσια γυναικεία μυρωδιά! Τώρα δεν ήταν μόνον τα μαλλιά της· ήταν η ίδια η Τρίνα –το στόμα, τα χέρια, ο λαιμός της· αυτό το αξεχώριστο από την ίδια, απερίγραπτα γλυκό, σαρκικό άρωμα, που ήταν αγνό και καθαρό, κι ευωδίαζε νιάτα και φρεσκάδα. Αίφνης, κυριευμένος από μια παράλογη παρόρμηση, άνοιξε τα πελώρια μπράτσα του και μάζεψε απάνω του τα ρουχαλάκια, βυθίζοντας το πρόσωπό του ανάμεσά τους, απολαμβάνοντας την υπέροχη μυρωδιά τους με βαθιές ανάσες άφατης απόλαυσης».

Frank Norris

«ΜακΤιγκ. Μια ιστορία από το Σαν Φρανσίσκο»

Μετάφραση: Μ. Μακρόπουλος. Σελ. 508. Εκδόσεις: Gutenberg, από τη σειρά Orbis Literae.

Kυκλοφορεί στις 14/11.