Μετά την τελευταία εξ αναβολής «Δίκη μου με τη Σύνοδο για το βιβλίο του Λουνατσάρσκι», στις 29/4/1960 και την πανηγυρική αθώωσή μου, αλλά και την απαλλαγή από τη Σύνοδο «ελλείψει δόλου», μετά την καταδρομή της εναντίον μου που άρχισε στις 18 Γενάρη 1960, την άλλη μέρα του γάμου μου, με την κατάσχεση του βιβλίου του Ανατόλ Λουνατσάρσκι «Εισαγωγή στην Ιστορία των Θρησκευμάτων» που είχα εκδώσει τότε και που είχε, εκτός των άλλων, ως συνέπεια να μη διακινηθεί εγκαίρως στην αρχή του χρόνου η «Επτανησιακή Πρωτοχρονιά 1960», που είχα επίσης εκδώσει τότε, ύστερα από δέκα χρόνια στη δημοσιογραφία και από το 1956 στις εκδόσεις βιβλίων, θυμήθηκα πως είμαι και εφαρμοστής, ειδικότητα που είχα αποκτήσει νέος όταν πήγαινα νυχτερινό Γυμνάσιο στα Εξάρχεια και την ημέρα δούλευα, και αποφάσισα να επιχειρήσω τη μετάβασή μου στη Γερμανία με αυτή μου την ειδικότητα.
Υπέγραψα συμβόλαιο ως εφαρμοστής μηχανών στη Γερμανική εν Ελλάδι Επιτροπή, κάνοντας διάφορες σκέψεις για το μέλλον, όπως εκμάθηση της γερμανικής και επιστροφής μου σε λίγα χρόνια εδώ, πιθανώς ως ανταποκριτής γερμανικών εφημερίδων. Πήρα μια σχετική κάρτα από το υπουργείο Εργασίας και με αυτήν πήγα στο υπουργείο Εσωτερικών για διαβατήριο. Εκεί όμως κατείχα «περίοπτη» θέση στη μαύρη λίστα αυτών που απαγορευόταν η έξοδός τους από τη χώρα και στάλθηκα από εκεί στην Ασφάλεια διά τα περαιτέρω.
Συναντώντας εκεί τον υποδιοικητή της, Ιωάννη Καραχάλιο, με ρώτησε ως τι θέλω να πάω στη Γερμανία και του απάντησα ως εφαρμοστής.
Εξεπλάγη που εγώ που φέρομαι ως εκδότης και δημοσιογράφος και είμαι πολιτικό πρόσωπο θέλω να πάω στη Γερμανία ως εφαρμοστής.
Του απάντησα πως είμαι και εφαρμοστής και ότι ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που πιάνουν πότε την πένα και πότε το σφυρί ανάλογα με τις συνθήκες.
Μου είπε πως είμαι πολιτικό πρόσωπο και ότι η αναχώρησή μου στο εξωτερικό είναι θέμα υπουργού, γιατί δεν ξέρουν τι θα κάνω εκεί. Και όταν τον ρώτησα τι θα γίνει, μου είπε πως θα βγάλουνε μία περίληψη του φακέλου μου (ολόκληρη βιβλιοθήκη, που τον κάψανε μαζί με όλους τους άλλους το 1989) και θα τη στείλουνε στον υπουργό που θα μου ορίσει ραντεβού και θα αποφασίσει αναλαμβάνοντας ο ίδιος την πολιτική ευθύνη της απόφασης. Στο μεταξύ εγώ μπορώ να περνάω κάθε τόσο από εκεί για να με πληροφορούνε για την πορεία του θέμἆτος.
Περνώντας μια – δυο φορές από εκεί, κατάλαβα πως με κοροϊδεύουνε και ότι δεν επρόκειτο να στείλουν καμιά περίληψη φακέλου μου στον υπουργό τους.
Κάποιος γνωστός μου, πολιτικό πρόσωπο, που του είπα πως θέλω να φύγω στη Γερμανία και δεν με αφήνουν οι χαφιέδες, τηλεφώνησε παρουσία μου στην Ασφάλεια και ζήτησε τον Καραχάλιο. Του είπανε πως λείπει σε ταξίδι στην Αμερική.
«Πήγε να πάρει καινούργια μαθήματα από τη CIA», σχολίασα εγώ.
Τον συνδέουνε τότε με το Γραφείο Διώξεως Κομμουνισμού και βγαίνει στο τηλέφωνο ο εκ των διευθυνόντων αυτού, αστυνόμος Κρίτσας.
«Θέλει να φύγει ο Σακκάτος στο εξωτερικό και δεν τον αφήνετε;», τον ρώτησε.
Δεν ξέρω την απάντηση, αλλά θα ήταν υποθέτω η γνωστή, πως είμαι πολιτικό πρόσωπο και πως είναι θέμα υπουργού.
Και ο τηλεφωνών: «Καλά, χαζοί είσαστε; τον ρωτάει. «Φεύγοντας ο Σακκάτος στο εξωτερικό χάνεται, ενώ εδώ θα σας δημιουργεί προβλήματα».
Δεν ξέρω τι του απάντησαν, αλλά αφού επανέλαβε αυτός δυο-τρεις φορές πως «στο εξωτερικό χάνομαι», κλείνοντας το τηλέφωνο μου λέει: «Πήγαινε εκεί να πάρεις το διαβατήριό σου». Πάω στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας, στην περιώνυμη Μπουμπουλίνας, νομίζω στον δεύτερο όροφο, και στον διάδρομο είναι ο διοικητής της Ευάγγελος Καραμπέτσος, που δεν τον ήξερα προσωπικά αλλά από τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες, με άσπρα καλοκαιρινά ρούχα μπροστά στην πόρτα του γραφείου του -στον διάδρομο- και κοίταγε στο βάθος ενός άλλου διαδρόμου.
Τον προσπερνάω χωρίς να του μιλήσω, συνεχίζω στον άλλο διάδρομο αριστερά που φάρδαινε πολύ χωρίς να σχηματίζει δωμάτιο και σ’ αυτόν τον χώρο υπήρχε ένα γραφείο, το Διώξεως Κομμουνισμού, με κάποιες καρέκλες γύρω του.
Το γραφείο κατείχε ο Κρίτσας, που από τη μέσα μεριά του στεκότανε όρθιος, ενώ από την έξω μεριά, στον διάδρομο, πισώπλατα, καθόταν σε μια καρέκλα και με ένα μπλοκ πάνω στο γραφείο ο Βασίλειος Λάμπρου του Σπουδαστικού, επί χούντας διοικητής της Ασφάλειας και αρχιβασανιστής, έτοιμος να κρατήσει σημειώσεις της συζήτησης που θα επακολουθούσε.
Οσες φορές κλήθηκα στην Ασφάλεια ή πήγα «δι’ υπόθεσίν μου», όπως τώρα με το διαβατήριο, πάντα αυτός ο ίδιος κράταγε σημειώσεις επί των λεχθέντων και όταν ο συνομιλητής μου ήταν ο Καραχάλιος τού έλεγε: «Γράφε Βασιλάκη, γράφε Βασιλάκη».
Ηταν μεσημέρι. Είπα «Χαίρετε» και επακολούθησε ο διάλογος που ανέφερα και στην προηγούμενη δημοσίευσή μου, αλλά τον επαναλαμβάνω εδώ πλήρη.
Κρίτσας: «Ακούστε κύριε Σακκάτε. Εχουμε τη δυνατότητα να εγκρίνουμε την αναχώρησή σας στο εξωτερικό, αλλά εκεί που θα πάτε μην κινείστε και οργανώνετε τους εργάτες, γιατί θα σας στείλουν πίσω δεμένο και θα σας κοντύνουμε».
Σακκάτος: «Δεν έδωσα ποτέ υπόσχεση για τίποτα και σε κανένανε. Πράττω πάντοτε κατά συνείδηση και αν με στείλουνε πίσω δεμένο, όπως λέτε, και πέσω στα χέρια σας και είναι του χεριού σας, κοντύνετε με».
Κρίτσας: «Αφήστε τις θεωρίες κύριε Σακκάτε και κοιτάξτε τη δουλειά σας».
Σακκάτος: «Οι θεωρίες αφορούνε το μυαλό και τη συνείδηση του καθενός και δεν εμπίπτουν, νομίζω, στις αρμοδιότητες της αστυνομίας».
Κρίτσας: «Μην κινείσαι εκεί που θα πας και οργανώνεις τους εργάτες γιατί θα σε στείλουνε πίσω δεμένο και θα σου κόψουμε τα πόδια».
Κι εγώ, ενώ επαναλαμβάνω και πάλι την προηγούμενη απάντησή μου, περί μη υπόσχεσής μου για τίποτα και σε κανέναν, αυτός υπογράφει ένα έτοιμο τυπωμένο φύλλο χαρτί σχήματος Α5 με την ιδιόχειρη σημείωση στο κάτω μέρος του «Επιτρέπομεν ειδικώς διά Δυτικήν Γερμανίαν», λέγοντάς μου «Καλό ταξίδι». Με αυτό πήγα στο υπουργείο Εσωτερικών και πήρα οικογενειακό διαβατήριο.
Φύγαμε τότε με τη γυναίκα μου, με το πλοίο «Κολοκοτρώνης», από τον Πειραιά στο Μπρίντεζι, τέλη Αυγούστου του 1960, και από εκεί με τρένα για το Μόναχο της Γερμανίας, υπό συνθήκες μεταφοράς κρατουμένων και με ένα ελληνόφωνο υποκείμενο για διερμηνέα που όταν μας κατεβάσανε στα καταφύγια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κάτω από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου, για να μας διανείμουνε στα τρένα των τοπικών γραμμών για τις διάφορες γερμανικές πόλεις, φώναζε στους, αγροτικής κυρίως προέλευσης, μετανάστες πια, Ελληνες εργάτες: «Ακούστε γίδια!».
Ενας από τους βασικούς λόγους της οργάνωσης των Ελλήνων σε κοινότητες ήταν και η αντίστασή τους απέναντι στους διερμηνείς που εκμεταλλεύονταν άγρια τους μετανάστες.
Οπως ξανάγραψα και στην προηγούμενη δημοσίευσή μου, έξι μήνες πριν από τη δικτατορία, τον Οκτώβρη του 1966, μου ακυρώσανε το διαβατήριο και από τότε έζησα ώς την πτώση της χούντας για οκτώ χρόνια, στη Δ. Γερμανία, με πολιτικό άσυλο.
Συνολικά έζησα στη Γερμανία 32 χρόνια. Πήγα εκεί 30 χρόνων και επαναπατρίστηκα στα 62, τέλη του 1992. Συμπεριλαμβανόμουνα σε μια μαύρη λίστα των ελληνικών διωκτικών αρχών 362 προσώπων, προέδρων και γραμματέων ελληνικών κοινοτήτων και φοιτητικών συλλόγων για την αφαίρεση των διαβατηρίων τους, στην οποία λίστα είχα αριθμό 11.
Αλλά η αντίδρασή μου μέσω και των συνδικάτων ήταν τέτοια που σταματήσανε σ’ εμένα. Το θέμα πήρε πανευρωπαϊκές διαστάσεις για τις διώξεις των Ελλήνων δημοκρατών στο εξωτερικό.
*Συγγραφέας – δημοσιογράφος
Η δράση του στη Γερμανία
Στη Γερμανία υπήρξα εκ των ιδρυτών των Ελληνικών Κοινοτήτων Κολονίας και Ρήνου – Βούπερ – Λεβερκούζεν, γενικός γραμματέας στην πρώτη, πρόεδρος στη δεύτερη, της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Δ. Γερμανίας και Δ. Βερολίνου (ΟΕΚ Δ.Γ. – Δ.Β.) και μέλος του Δ.Σ. της, λογοτεχνικός συνεργάτης στην Ντόιτσε Βέλε, εκδότης της μαχητικής αντιδικτατορικής εφημερίδας «Ελληνικός Εργατικός Τύπος», συνεργάτης για την ελληνική λογοτεχνία του Λαϊκού Πανεπιστημίου του Λεβερκούζεν (1982-1988) και μέλος του Δ.Σ. του ίδιου Λαϊκού Πανεπιστημίου ως εκπρόσωπος των υφηγητών (1983-1985), καθιερώνοντας τη συνεργασία των Ελληνικών Κοινοτήτων με τα γερμανικά Λαϊκά Πανεπιστήμια, στον τομέα της λαϊκής επιμόρφωσης, του πολιτικού περιοδικού «Επαναστατική Γραμμή», πρόεδρος σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας της Πανελλήνιας Αντιδικτατορικής Ενωσης (ΠΑΕ) Ρήνου – Βούπερ- Λεβερκούζεν και απασχολούμενος παράλληλα ως μηχανουργός (1960-1983) υπήρξα μέλος και στέλεχος του Συνδικάτου Βιομηχανίας Μετάλλου (IG METALL), εκλεγμένο μέλος του Σώματος Συναδέλφων Εμπιστοσύνης (VLK) στα εργοστάσια που δούλευα.
Μετά το 1984 και ώς την επιστροφή μου στην Ελλάδα, τέλη του 1992, υπήρξα διευθυντής των «Μεταναστευτικών Νέων», οργάνου της ΟΕΚ Δ.Γ. – Δ.Β., και έκανα μεταγραφή από την IG METALL στην IG MEDIEN (Τύπου – Χάρτου – Δημοσιογραφίας και Τεχνών), μέλος της Ενωσης Γερμανών Δημοσιογράφων (DJU) και της Ομοσπονδίας Γερμανών Συγγραφέων (VDS) που ανήκουν σε αυτήν. Αυτά μεταξύ άλλων εποίησα εν Γερμανία και γι’ αυτά διώχτηκα από τους κατέχοντες την εξουσία στην Ελλάδα.
ΥΓ: Στη δημοσίευση της 21/12/2020 στην «Εφ.Συν.» στο όνομα του αρχιφύλακα του Γραφείου Τύπου της Ασφάλειας έγινε λάθος. Ενώ ήταν Παπανδρεάδης, έγινε από παραδρομή Ανδρεάδης.
