ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλέξανδρος Πηγαδάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ γεννήθηκε στο Αουγκσμπουργκ της Γερμανίας το 1898. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, μεγάλωσε με μητέρα προτεστάντισσα και πατέρα εργοστασιάρχη. Τον Οκτώβρη του 1918 επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και ζει από πρώτο χέρι τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη την εποχή γράφει και το πρώτο ποίημα που τον έκανε γνωστό, τον «Θρύλο του νεκρού στρατιώτη». Οταν επιστρέφει από το μέτωπο, η μεγάλη Γερμανική Επανάσταση του 1918 έχει ήδη πνιγεί στο αίμα. Η συμμετοχή του στο κίνημα σταδιακά γίνεται όλο και πιο έντονη και λαμβάνει ενεργά μέρος στις λαϊκές διαδηλώσεις για τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Στα χρόνια αυτά ξεκινά η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του Μπρεχτ. Η ποίηση, τα θεατρικά και τα διηγήματα εκείνης της περιόδου θέτουν κατά κύριο λόγο ζητήματα υπαρξιακού χαρακτήρα, ενώ στο πολιτικό επίπεδο εστιάζουν κυρίως στη διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο.

Η επαφή με τον Μαρξ

Την πρώτη του επαφή με τον Μαρξ την είχε το 1924. Οταν άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια τής τότε κρίσης, που τα μεροκάματα μειώνονταν και το ψωμί γινόταν πιο ακριβό, αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό έργο. Το «Τζο Φλαϊσχάκερ από το Σικάγο», για να απαντήσει στο ερώτημα «Γιατί τρώμε το ψωμί πανάκριβο;»… Ομως οι εξηγήσεις των οικονομολόγων δεν τον ικανοποίησαν, καθώς και οι διάφορες θεωρίες της αστικής πολιτικής οικονομίας. Οπως αναφέρει ο ίδιος: «Η κατανομή των σιτηρών στον κόσμο ήταν ακατανόητη. Εκτός από την άποψη μιας χούφτας κερδοσκόπων, από κάθε άλλη άποψη η αγορά αυτή των σιτηρών ήταν ένας βάλτος. Το δράμα που σχεδίαζα, δεν το έγραψα τελικά. Αντί γι’ αυτό άρχισα να διαβάζω Μαρξ. Ναι, μονάχα τότε διάβασα τον Μαρξ. Και μονάχα τότε ζωντάνεψαν ουσιαστικά τα σκόρπια, εμπειρικά, προσωπικά μου βιώματα και οι εντυπώσεις».

Η άνοδος του Χίτλερ σήμανε το τέλος της δημιουργικής αυτής περιόδου στη Γερμανία. Οι παραστάσεις των έργων του διαλύονται από την αστυνομία. Τα βιβλία του θα καούν δημόσια στη μεγάλη πυρά της 10ης Μάη μπροστά στην όπερα του Βερολίνου. Ο Μπρεχτ παίρνει τον δρόμο της δεκαπεντάχρονης εξορίας.

Κατά τη διάρκεια του ισπανικού Εμφυλίου οι αγωνιστές τραγουδούσαν μελοποιημένα ποιήματά του σε διαφορετικές γλώσσες την ώρα της μάχης. Το 1947 ο Μπρεχτ εγκαταλείπει τις ΗΠΑ, κυνηγημένος από τους ανακριτές του μακαρθισμού, που τον καλούσαν συνεχώς σε δημόσιες ανακρίσεις. Επόμενος σταθμός είναι η Ανατολική Γερμανία, όπου θα ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Αυτά τα χρόνια, έχοντας και τα υλικά μέσα που μπορούσε να παρέχει το κράτος στους καλλιτέχνες, θα παρουσιάσει παραστάσεις των κλασικών έργων του οι οποίες άφησαν εποχή, εφαρμόζοντας και τελειοποιώντας τεχνικές που είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει από τη δεκαετία του ’30, όπως αυτή της αποστασιοποίησης. Σύμφωνα με αυτήν, ο ηθοποιός δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον ρόλο, αλλά πρέπει να κρατά μια απόσταση απ’ αυτόν, να τον «δείχνει», αντί να τον ερμηνεύει. Το ίδιο και ο θεατής, δεν πρέπει να συμπάσχει συμμετέχοντας στα παθήματα των ηρώων, αλλά να βρίσκεται σε απόσταση, έτσι ώστε να μπορεί να τα δει μέσα στο κοινωνικό τους πλαίσιο.

Η συμβολή του στο θέατρο

Για τριάντα χρόνια, τα έργα του διερευνούσαν διάφορες μορφές θεάτρου, κάποιες σαφώς πολιτικές, άλλες πιο κοντά στο μιούζικαλ, την παραβολή ή το δράμα του κοινωνικού προβληματισμού. Με καυστικό και συχνά χιουμοριστικό τρόπο ο Μπρεχτ επιτίθεται στο παραδοσιακό θέατρο, το οποίο προσπαθεί να απορροφήσει πλήρως το κοινό. Ο θεατής καλείται να ταυτιστεί με συγκεκριμένους χαρακτήρες. Να αισθανθεί τις συγκινήσεις τους και να αποδεχθεί τους κανόνες του κόσμου στον οποίο εκτυλίσσεται το έργο. Αφοσιωμένος μαρξιστής, πίστευε ότι η τέχνη είναι αναπόφευκτα πολιτική. Εντυπωσιασμένος από το «Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν, θεωρούσε επίσης ότι οι θεατρικοί συγγραφείς θα σταματούσαν να επικεντρώνουν την προσοχή τους σε μεμονωμένα πρόσωπα και θα αναδείκνυαν μαζικά κινήματα. Για τον σκοπό αυτό, ο Μπρεχτ πρότεινε ορισμένες τεχνικές: επιμερισμός του έργου σε επεισόδια, ένθεση τίτλων, διαχωρισμός του κειμένου από τη μουσική και ηθοποιοί που απαγγέλλουν τις ατάκες τους σαν να τις διαβάζουν. Ετσι ο θεατής μπορεί να αξιολογήσει τη δράση κριτικά και να διακρίνει, πίσω από αυτήν, ευρύτερες δρώσες ιστορικές δυνάμεις.

Η επιρροή του στο σινεμά

Η επιρροή του Μπρεχτ στον κινηματογράφο έγινε αισθητή στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ιδίως στην ταινία Vivre sa vie (Ζούσε τη ζωή της, 1962) του Γκοντάρ. Οι ιδέες του τροφοδότησαν μια γενιά πολιτικοποιημένων μοντερνιστών κινηματογραφιστών, οι οποίοι επιδίωκαν να διαλύσουν τη «χίμαιρα της πραγματικότητας». Κάτι που οι κλασικές ταινίες μυθοπλασίας προσέφεραν στον θεατή. Η επιρροή του επεκτάθηκε και σε λιγότερο πρωτοποριακές ταινίες, όπως οι: How I Won the War (1967), Oh What a Lonely War! (1969) και O Lucky Man! (1973). Κάποιοι κριτικοί αποκάλεσαν «μπρεχτικούς» ακόμη και τους Σιρκ, Χίτσκοκ και Φορντ. Σε πολλές περιπτώσεις, κινηματογραφιστές και κριτικοί ανέπλασαν και στρέβλωσαν τις ιδέες του δραματουργού. Ωστόσο, οι πλέον διαδεδομένες εκδοχές της μπρεχτικής θεωρίας κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 παραμένουν ουσιαστικές για την κατανόηση του πολιτικοποιημένου κινηματογράφου της εποχής.

Το 1955 για το έργο του τιμάται με το βραβείο Λένιν. Ολα τα θεατρικά του έργα παίζονται παγκοσμίως. Οξύτατος, δηκτικός, καταγράφει την παρακμή του καπιταλισμού. Οι ήρωές του, θλιβεροί, συγκινητικοί ή αποτρόπαιοι, πάντοτε είναι αυθεντικοί στη ζωή. Οι ιστορίες, όλο πίκρα από την αδικία. Συμβουλεύει τους ποιητές «ν’ απαρνιούνται τον εγωιστικό ατομικισμό τους. Να προσφέρονται ολόψυχα στη διάθεση της κοινωνίας. Να ενσαρκώνουν στα γραπτά τους την ψυχή του λαού τους. Να κάνουν την τέχνη τους όπλο, πρόχωμα, μέσο. Να μάχονται για την ελευθερία τους, το μέλλον του ανθρώπου και την εξύψωσή του», αφού το ποίημα κρίνεται από τη χρησιμότητά του, έλεγε ο Μπρεχτ.

Στις 14 Αυγούστου 1956 φεύγει από τη ζωή. Το έργο του όμως ζει ακόμη και σήμερα, πιο επίκαιρο από ποτέ.