Μετάφραση: Βασιλική Κανελλιάδου
Ο,τι βλέπω από το παράθυρό μου συνεχίζει να λειτουργεί. Τα κτίρια στεγάζουν τους ανθρώπους κάθετα και αποσπούν το βλέμμα από αυτό που διαφορετικά θα ήταν μια πεδιάδα με απέραντο ορίζοντα. Είναι λειτουργικές οι πολυκατοικίες, αλλιώτικες, σκληρές, ατάραχες. Τα προορισμένα για ανοιχτές αποθήκες μπαλκόνια τώρα κατοικούνται. Οι αρχιτέκτονες τα σχεδίασαν με αυτήν τη σκέψη και τώρα ακουμπούν στα κάγκελα δυο και τρία άτομα. Κάτι τόσο φυσιολογικό για χρόνια ήταν μακρινό.
Τα δέντρα αδιαφορούν που ποτέ δεν αναρωτήθηκα γι’ αυτά. Αδιαφορούν ανθίζοντας για ακόμα μια χρονιά μπροστά μου. Και υποψιάζομαι ότι αυτό το κελάηδισμα ήταν πάντα εκεί, αλλά το κάλυπτε η φασαρία των αυτοκινήτων. Γιατί οι θόρυβοι τώρα έγιναν ήχοι. Μεμονωμένοι, ευθυγραμμισμένοι, σημαδιακοί. Οπως ο ήχος των ασθενοφόρων: τις πρώτες μέρες ούρλιαζαν αυθάδικα μες στην καθημερινή φασαρία της πόλης. Τώρα οι σειρήνες μόνες τους, χωρίς αντίπαλο, ηχούν πολιτισμένες, αναγκαίες. Ενα ασθενοφόρο πέρασε στις οχτώ, τη στιγμή ακριβώς που ο κόσμος χειροκροτούσε.
Από το παράθυρό μου δεν βλέπω τις στατιστικές. Ενας άνθρωπος δεν είναι μια μονάδα στο πλήθος. Είδα μόνο μια γυναίκα δεμένη σ’ έναν σκύλο, μια κοπέλα μόνο, με πορτοκαλί αδιάβροχο, να εξαφανίζεται βιαστικά στη γωνία. Εναν και μοναδικό ηλικιωμένο κύριο να σέρνει κάτι βελούδινες παντόφλες. Τι θα κάνει τώρα μόνος; Τι θα κάνει μόνος μετά;
Το παράθυρό μου πρόβαλλε κάθε μέρα την ίδια ταινία χωρίς να της δίνω προσοχή. Τώρα προβάλλει μια σχεδόν ακίνητη φωτογραφία, γεμάτη όμως λεπτομέρειες. Και για πρώτη φορά σ’ αυτήν την πόλη η απραξία δεν τιμωρείται.
Από εδώ δεν φαίνεται αυτό που λένε ότι η οικονομία καταρρακώνεται όταν αγοράζουμε μόνο τα αναγκαία. Αυτό που φαίνεται είναι ότι η λεωφόρος δεν χρειάζεται πια έξι λωρίδες. Οτι τα περιστέρια δεν ζητιανεύουν πια ψίχουλα στα τραπεζάκια των καφενείων, τρώνε τρυφερά φύλλα απ’ τα κλαριά. Οτι ο ουρανός της Μαδρίτης, ναι, είναι αυτός που ζωγράφισε ο Velázquez. Οι μέρες έχουν πια το γαλάζιο του χάρτη. Κοιμάσαι τόσο καλά που νιώθεις ενοχές. Ο αέρας μυρίζει χωριό εκτός από αυτόν στο Twitter. Οσο ανθρώπινο είναι να υποφέρεις για κάποιον γνωστό σου που χάθηκε άλλο τόσο είναι και να διαβάζεις ατάραχος για 700, 800, 900 νεκρούς. «Μόνο τα αναγκαία», δηλαδή στέγη, φάρμακα, τροφή. Μόνο αυτά. Ούτε καν ένα παράθυρο.
Αυτό που βλέπω από το παράθυρό μου είναι ό,τι μπορώ να δω από τη Μαδρίτη. Τα υπόλοιπα τα φαντάζομαι. Φαντάζομαι ότι όλα, εκτός από τους ανθρώπους, παραμένουν ίδια: έτοιμα να μας υποδεχτούν ξανά, αν και δεν μας έχουν ανάγκη για να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Τους φαντάζομαι, δεν τους βλέπω, έναν, δύο αγνώστους, δεν φτάνουν τους δέκα, να κρατιούνται στη ζωή από τους αναπνευστήρες τους: ακίνητοι δύτες βυθισμένοι στον αέρα. Φαντάζομαι την καμπύλη της αναθάρρησης να υψώνεται πάνω από αυτήν της παραίτησης και αυτήν την πυρετώδη δουλειά στα νοσοκομεία που είναι τόσο κοντά, μα δεν τη βλέπω. Το να φαντάζεσαι είναι μια πράξη πίστης γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν. Kαλύτερα, όμως, ας το πούμε εμπιστοσύνη.
*Ο José Manuel Abad Liñan (Γρανάδα, 1975) είναι δημοσιογράφος, εργάζεται στην εφημερίδα EL País και εξειδικεύεται σε διεθνή και πολιτιστικά θέματα.
