Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Ονειρεύομαι μια μοναξιά μαζί σου…»

Νίκος Καζαντζάκης και Αγγελος Σικελιανός. Η σχέση τους δεν ήταν πάντα ομαλή

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Ονειρεύομαι μια μοναξιά μαζί σου…»

  • A-
  • A+

«Η μεγάλη διαφορά μας, Αγγελε, είναι τούτη:
εσύ πιστεύεις πως βρήκες τη λύτρωση και λυτρώθηκες·
εγώ πιστεύω πως λύτρωση δεν υπάρχει, και πιστεύοντάς το, λυτρώθηκα»

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Αγγελος Σικελιανός υπήρξαν δύο Ελληνες λογοτέχνες, οι οποίοι θεολόγησαν εντατικά, βαθιά και από κοινού, έζησαν την ίδια χρονική περίοδο -ο Σικελιανός 1884 με 1951, ο Καζαντζάκης 1883 με 1957- και επηρεάστηκαν από τα ίδια ιστορικά γεγονότα.

«Σαράντα χρόνια φιλίας ακατάλυτης μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα για μένα η Ελλάδα άδειασε», έγραψε ο Καζαντζάκης τον Ιούλιο του 1951 στον Börje Knös για τον θάνατο του φίλου του.

Ξέρουμε, όμως, πως η σχέση τους, όσο και αν οι ρίζες της τελικά άντεξαν και δεν καταλύθηκαν, δεν ήταν πάντα ομαλή.

Οσο τα βιώματά τους στο κοινό προσκύνημά τους στο Αγιο Ορος και στην Ελλάδα τούς ένωναν, τόσο τους χώρισαν οι πολιτικές επιλογές, όταν ο Καζαντζάκης τάχθηκε σθεναρά υπέρ του Βενιζέλου, εν αντιθέσει με τον Σικελιανό, ο οποίος ακολούθησε τον βασιλιά.

Η φιλία τους αναθερμάνθηκε πολύ αργότερα, το 1942, στις δύσκολες ημέρες της Κατοχής, όταν η ανάγκη για αλληλοβοήθεια έθεσε οριστικά στο περιθώριο την πρότερη διαφωνία τους∙ κλονίστηκε πάλι το 1946, με την υποψηφιότητα και των δύο για το Νόμπελ και την από κοινού αποτυχία τους, αλλά βαρύτερη πρέπει να ήταν η πίκρα που ένιωσαν βλέποντας την ίδια τους την πατρίδα, με την κυβέρνηση Τσαλδάρη το 1946, να τορπιλίζει πεισματικά τη βράβευσή τους, με το πρόσχημα ότι στο πρόσωπό τους θα βραβευόταν η Αριστερά.

Η γνωριμία

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1914 στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου στην Αθήνα. Τότε ήταν ήδη αναγνωρισμένοι ανάμεσα στους λογοτέχνες της γενιάς τους. Αναγνωρίστηκαν αμέσως ως αδελφοί. Αυτή η πράξη έχει μεγάλη σημασία από μόνη της, καθώς σηματοδοτεί μια κοινή πορεία τα επόμενα χρόνια, στην αναζήτηση ενός κοινού σκοπού.

Εξαρχής είχαν πολλά κοινά: τη νησιωτική καταγωγή και τη συναφή παράδοση, την ακλόνητη πίστη στον δημοτικισμό, το υψηλό πνευματικό φρόνημα, τη βαθιά θρησκευτική πίστη. Οι δυο τους γνωρίζονται σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία είχαν ανάγκη την πνευματική αναζήτηση. Πάλευαν να εκφράσουν το άρρητο που βρισκόταν μέσα τους.

Ο Καζαντζάκης πάσχει και αγωνίζεται να ξυπνήσει ψυχές, να δώσει ανώτερο ιδεολογικό περιεχόμενο στον φίλο, τον αδελφό. Αναζητεί συνοδοιπόρους-συντρόφους στον πνευματικό του αγώνα.

Επηρεασμένοι από τη βαθιά εσωτερική τους παρόρμηση, επιχειρούν ένα συστηματικό προσκύνημα στους ιερούς τόπους της Ελλάδας, αρχίζοντας από το Αγιο Ορος. Αναζητούν τη συνείδηση της γης και της φυλής τους, αλλά και της δικής τους προσωπικής δημιουργίας στα μέρη που έχουν σφραγιστεί με τη δημιουργική πνοή του ελληνικού πολιτισμού.

Ετσι, τον Δεκέμβριο του 1914, πραγματοποιούν την περιήγησή τους στο Αγιο Ορος, όπου βιώνουν μια πνευματική ένταση. Είναι η εποχή που ο Σικελιανός αρχίζει να γράφει τις πέντε «Συνειδήσεις» του, οι οποίες θα αποτελέσουν τον «Πρόλογο στη ζωή». Κουβεντιάζουν για τη μοίρα του ανθρώπου και για το δικό τους χρέος, εκστατικοί και ευτυχισμένοι.

Σαράντα μέρες θα μείνουν εκεί. Οι ψυχές τους δονούνται παράλληλα, συζητούν για τον Θεό και μοιράζονται κοινές ανησυχίες. Μελετούν κείμενα του Δάντη, του βουδισμού και το Ευαγγέλιο. Διάγουν έναν τρόπο ζωής ασκητικό, με τον οποίο ταυτίζονται. Η προσκυνηματική οδοιπορία τους και η ασκητικού χαρακτήρα παραμονή τους στα μοναστήρια του Αθω αποτελούν γεγονός μοναδικό στην ιστορία πνευματικών ανθρώπων.

Αργότερα (1915, 1922), περιηγούνται στην Ελλάδα (Σπάρτη, Ολυμπία, Μυστράς, Μυκήνες, Δελφοί, Τεγέα) για να γνωρίσουν την ιστορία της χώρας τους και να εμπνευστούν από αυτήν. Ταυτοχρόνως, νιώθουν μια βαθιά πνευματική ωρίμανση, η οποία επηρεάζεται και αυξάνει από τη συντροφιά τους.

Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος θεωρούν τον εαυτό τους προορισμένο για αποστολή ευρύτερη από αυτήν του λογοτέχνη. Θέλουν να είναι μυσταγωγοί, προφήτες, ιδρυτές καινούργιας θρησκείας· ειδικά για το τελευταίο, ήδη από τη διαμονή τους στον Αθω, μοιράζονται κοινές αγωνίες και ελπίδες, επιθυμούν να εξωτερικεύσουν ό,τι ιερότερο και βαθύτερο έχουν μέσα τους.

Ο Σικελιανός, ως μουσόληπτος ποιητής, δεν ήταν ξένος προς τα πνευματικά ρεύματα του καιρού του. Ετρεφε την έμπνευσή του με αδιάλειπτη επικοινωνία με τη φύση. Εναν τέτοιο άνθρωπο ο Καζαντζάκης ήταν έτοιμος να τον αγαπήσει. Προτού ακόμη ανταμώσουν, είχε γοητευτεί από τον «Αλαφροΐσκιωτο».

Το προσκύνημα των δύο λογοτεχνών στο Αγιο Ορος τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1914 έχει μείνει στην πνευματική ζωή του τόπου. Ο Καζαντζάκης θα αφιερώσει κάποια στιγμή στον Σικελιανό το κάντο «Τερτσίνα» από την ποιητική συλλογή «Τερτσίνες», καθώς και αρκετές σελίδες του κεφαλαίου ΙΘ’ από την «Αναφορά στον Γκρέκο». Επίσης, του αφιερώνει τη μετάφραση του έργου «Θεία Κωμωδία» και τον εντάσσει στο «Συμπόσιο» ως Πέτρο.

Ο Σικελιανός θα του αφιερώσει την τραγωδία «Δαίδαλος στην Κρήτη». Ζήτησαν με τον λόγο τους να γκρεμίσουν τα τείχη της αδικίας και να ανοίξουν τον δρόμο των ανθρώπων προς την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, χωρίς να δέσουν τον αγώνα τους με ιδεολογικά δόγματα.

Ο Καζαντζάκης αποτέλεσε τον προάγγελο διερεύνησης εννοιών όπως η αντίληψη και η πραγματικότητα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, μια προσπάθεια με την οποία ασχολήθηκε και ο Σικελιανός. Στο «Πρόλογος στη ζωή» ο Σικελιανός φιλοδοξεί να εκφράσει τον «άναρχο Ρυθμό», τον «ακατάλυτο Ρυθμό», σαν τον ακατάλυτο προανθρώπινο ρυθμό της «Ασκητικής», που μάχεται για ελευθερία.

Ο Νίκος Καζαντζάκης κρατάει μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στη ζωή και τον θάνατο. Η στάση αυτή ορίζεται με την έννοια της κρητικής ματιάς, δηλαδή είναι μια ηρωική στάση με την οποία θέλει να σπάσει τα καλούπια της εποχής του, να την επηρεάσει καταλυτικά και να φέρει κάτι καινούργιο.

Η θεώρηση αυτή της ζωής επηρεάζει και τον συνταξιδιώτη του Σικελιανό, ο οποίος με το έργο του, τόσο το ποιητικό όσο και το θεατρικό, εισέρχεται στον χώρο της φιλοσοφικής αναζήτησης, επηρεασμένος και από τον Νίτσε και την περί υπερανθρώπου θεωρία του.

Ο Σικελιανός διακατέχεται από τον ίδιο διονυσιακό παλμό ο οποίος διακατέχει και τον Καζαντζάκη. Ως απόρροια της μαθητείας στα έργα του Γερμανού φιλοσόφου Φρειδερίκου Νίτσε, δείχνει να ασπάζεται ένα μοντέλο κοσμοθεωρίας στο οποίο η ορμή της ζωής και η επιθυμία για ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου αντίληψης του κόσμου είναι κεντρικό ζητούμενο. Αυτά τα συναντούμε τόσο στον Καζαντζάκη όσο και στον Σικελιανό.

Ο Σικελιανός γράφει στον Καζαντζάκη τον Δεκέμβριο του 1921 και του φανερώνει την αγωνία του για το ιδιότυπο μοναστήρι που σχεδιάζουν να ιδρύσουν: «Πώς θα καίονται μυστικά τα πάντα, όταν μια μέρα, που θα να 'ρθει βέβαια, θα στηθεί το μοναστήρι πού λογιάζουμε, και θα μιλούμε οι δυο μας -ή ούτε- για το Θεό, για την ψυχή μας, και για την ψυχή του κόσμου. Και το θάμα ξηγημένο από μια σπίθα, της φιλίας μας, ενωμένης μες στο Θεό».

Πρόκειται στην πραγματικότητα για την ιδέα ενός απραγματοποίητου σχεδίου του Γερμανού φιλοσόφου Φρειδερίκου Νίτσε, όπου νεαροί φιλόσοφοι θα αποτελούσαν ένα κοινόβιο και θα μελετούσαν τα καίρια προβλήματα. Αυτήν την ιδέα εγκολπώνεται και ο Καζαντζάκης.

Γύρω στο 1920 ο Καζαντζάκης άρχισε μονιμότερα να ατενίζει πέρα από τους ορίζοντες της Ελλάδας, ενώ ο Σικελιανός ρίχτηκε στον αγώνα να αναστήσει τη Δελφική Ιδέα και να αναβιώσει την αρχαία τραγωδία, με χρονικά ορόσημα το 1927 και το 1930. Οράματα και υψηλοί στόχοι παρέμειναν κοινά και για τους δύο, απλώς ο καθένας τους τα υπηρέτησε από τη δική του σκοπιά.

Το 1942, έτος που ξανασμίγουν οι δύο κορυφαίοι, ο Σικελιανός παίρνει την απόφαση να γράψει την τραγωδία «Χριστός Λυόμενος ή O Θάνατος του Διγενή».

Στους δύο λογοτέχνες υπάρχουν αναρίθμητες εικόνες του κόσμου. Δεν θεωρείται τυχαίο το γεγονός ότι έζησαν τόσο κοντά στη φύση, με αποτέλεσμα να εμπλουτίσουν την παραστατική τους φαντασία τόσο από τα ανεξάντλητα διαβάσματα όσο και από τη συναναστροφή τους με ανθρώπους της υπαίθρου, οι οποίοι τους μετέφεραν τη γνώση της λαϊκής γλώσσας και παράδοσης.

Για τον λόγο αυτό και με τον τρόπο αυτό διαμορφώνουν κοινά συγγραφικά μοτίβα, κυρίως όσον αφορά τη φύση στο έργο τους, με αποτέλεσμα η παρουσία της υπαίθρου και οι εκτεταμένες χρήσεις φυσικών στοιχείων να αποτελούν σταθερό συγγραφικό στοιχείο και γνώρισμά τους. Οπως η «Ασκητική» είναι ένα δοκίμιο αυτογνωσίας και βαθιάς προσωπικής, αλλά και πνευματικής αναζήτησης, έτσι και οι «Συνειδήσεις» του Σικελιανού στο «Πρόλογος στη ζωή» και εξόχως η πέμπτη Συνείδηση, η οποία απευθύνεται στην προσωπική δημιουργία.

Ο Αγγελος Σικελιανός, από τη στιγμή της γνωριμίας του με τον Καζαντζάκη και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, συγγράφει το κυριότερο μέρος του ποιητικού του έργου («Πρόλογος στη ζωή», «Μήτηρ Θεού» και «Το Πάσχα των Ελλήνων»). Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο, καθώς φαίνεται πως τα κοινά βιώματα και οι κοινές αναζητήσεις τροφοδότησαν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη του.

Η υπαρξιακή αγωνία είναι ακόμη μια κοινή παράμετρος στο έργο των δύο ποιητών∙ μια κραυγή για δράση, για νοηματοδότηση του κόσμου∙ μια προσπάθεια να υπερβούν την ύπαρξη μέσω της συγγραφικής δράσης και της επιθυμίας τους να νοηματοδοτήσουν τη ζωή και τον θάνατο. Γνωρίζουν ότι δεν έχουν εξουσία πάνω στα δύο αυτά φαινόμενα, ωστόσο, πρόθεσή τους είναι να τα ορίσουν και να τους δώσουν περιεχόμενο. Χρησιμοποιούν τον ποιητικό λόγο, τις εικόνες και τα σύμβολα προκειμένου να εκφράσουν τις βαθύτερες αναζητήσεις τους.

Χαιρετισμός στον Καζαντζάκη

Η βιωματική εμπειρία του Σικελιανού στο Αγιο Ορος αποτυπώνεται στον τέταρτο τόμο της συλλογής «Λυρικός βίος», στο ποίημα «Το Πάσχα των Ελλήνων», καθώς και στον τρίτο τόμο και συγκεκριμένα στο ποίημα «Η συνείδηση της πίστης μου». Ο Σικελιανός γράφει τον Ιούνιο του 1919 στο ποίημά του με τίτλο «Χαιρετισμός στον Νίκο Καζαντζάκη», το οποίο αφορά τις περιπλανήσεις τους στον Αθω και την κοινή τους πνευματική αναζήτηση:

«Στ’ άγιο βουνό ο φίλος μου κ’ εγώ, στα αιώνια πλάγια,/ τον όρθρο μοναχοί,/ τριγύρω ενώ λυνόντανε στο πρώτο φως τα μάγια/ που σκόρπισε η βροχή,/ πολύ βαθιά ανασαίνοντας κοιτάζαμε ώς κάτου/ που λάμπιζε κρυφή,/ χλωμή η μεγάλη θάλασσα, κι ο νους μας, σαν του ελάτου/ τη δυνατή κορφή,/ στην πλέρια αναγάλλιαζε σιγή…κι απ’ τη δροσιάν ενιώθαμε ώς μέσα αναστημένη/ τη νέα μας την καρδιά.»

Επίσης, σημειώνει ότι ο Καζαντζάκης ήρθε στη ζωή του όταν ο ίδιος ένιωθε μοναξιά και φώτισε τον δρόμο του σαν αστέρι:

«Το φιλικό το χέρι σου, στη μοναξιά μου, ως άστρο/ κατέβη, και με μια/ μαντέψαμε πού ο δύσκολος καιρός μας είχε ως κάστρο/ σηκώσει τα κορμιά,/ και πώς γαλήνιοι στήναμε αγνάντια από το πλήθος,/ καθρέφτη μαγικό,/ σαν Πάνες πλέον, αδάμαστο το ελεύτερό μας στήθος/ στο αιώνιο μυστικό!».

Για την κοινή τους πορεία γράφει πως «μια στράτα ο νους μας έπαιρνε ιερή -ποτέ την ίδια-/ στη θεία ελευθεριά,/ ώσπου όλος εγενόντανε στον άνεμο σαν ένα/ μακρόφλογο πυρσό,/ και τα κορμιά με την ψυχή αντάμα φτερωμένα… στο μέγα δρόμο αγάλλονταν».

Από την αρχή της γνωριμίας τους γνωρίζουν ότι διαφέρουν πάρα πολύ, σε βαθμό που ο ένας είχε ανάγκη τον άλλο για να αλληλοσυμπληρώνεται, και θα αποτελούσαν μαζί, όπως πίστευε ο Καζαντζάκης, τον άρτιο άνθρωπο. Οι δυο τους ήταν, εκτός από αντρειωμένες ψυχές, πολύ δυνατοί συγγραφείς.

Στη διάρκεια της περιήγησής τους στην Ελλάδα, οι δύο φίλοι συνειδητοποίησαν πως τα πιστεύω τους διαφέρουν. Στην «Αναφορά στον Γκρέκο» ο Καζαντζάκης ανακαλεί μια συζήτηση που είχε με τον Σικελιανό στην οποία ο ίδιος επισημαίνει μια βασική διαφορά τους: «Η μεγάλη διαφορά μας, Αγγελε, είναι τούτη: εσύ πιστεύεις πως βρήκες τη λύτρωση και λυτρώθηκες· εγώ πιστεύω πως λύτρωση δεν υπάρχει, και πιστεύοντάς το, λυτρώθηκα».

Οι διαφορές των δύο ανδρών εντοπίζονται και αλλού: Ο Καζαντζάκης ήταν ένας φυγόκεντρος χαρακτήρας (φεύγει από την Ελλάδα, ανοίγεται στη Δύση, όπου δέχεται σημαντικές επιρροές). Μέσω της τριβής του με δημόσια λειτουργήματα απαλλάσσεται από τους μεσσιανικούς πόθους οι οποίοι εξακολουθούν για καιρό να κατατρέχουν τον Σικελιανό.

Μπορούμε να πούμε πως για τον Καζαντζάκη τα οράματα του Σικελιανού είναι μια χίμαιρα και θεωρεί πως, ως άνθρωπος της δράσης, έχει λάβει τις λάθος αποφάσεις για το πώς θα αξιοποιήσει τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου. Επίσης, διαφωνούν σε ό,τι αφορά την πολιτική, καθώς ο μεν Καζαντζάκης τάσσεται ανοιχτά υπέρ του Βενιζέλου, έχοντας μάλιστα την πολυτέλεια να λάβει δημόσιο αξίωμα του υπουργού, ενώ ο Σικελιανός ακολουθεί τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον συμβουλεύει για το μέτωπο της μικρασιατικής εκστρατείας και γράφει δημόσια υπέρ του.

Το ποίημα

Το 1923 ο Σικελιανός γράφει ένα ποίημα, το οποίο δημοσιεύτηκε στον ΣΤ' τόμο «Λυρικός βίος» (Ικαρος, 1978), υπό τον τίτλο «Αποχαιρετισμός του Καζαντζάκη». Σε αυτό ορίζει με ικανοποιητική σαφήνεια την πορεία της σχέσης των δύο ανδρών μετά τον αποχωρισμό τους.

Στο ποίημα του Σικελιανού εμφανίζεται η κοινή πορεία των δύο ανδρών προς την αναζήτηση του Θεού, η υπόσχεση πως ο δρόμος τους θα είναι κοινός, στερεωμένος στα γερά θεμέλια της πνευματικής τους συγγένειας.

Το ποίημα γραμμένο από τον Σικελιανό για τον Καζαντζάκη:

«Πώς Αϊ-Δημήτρης του Αϊ-Γιωργιού τον τράχηλο αγκαλιάζει,/ καθείς τους ανεβαίνοντας σε ψυχερό φαρί,/ το δρόμο που μυρίζεται μακρύ κι αναγαλλιάζει,/ και το ’να είναι σιδέρικο και τ’ άλλο είναι ψαρί,/ όμοια κ' εγώ, ως ξεκίναγα για το μεγάλο δρόμο,/ και συ ’σουνα στο πλάγι μου γι’ άλλο στρατί να πας,/ ακόμα πάνω απ’ τ’ άλογο σου αγκάλιασα τον ώμο/ κι είπα: «Ο Θεός στις στράτες σου, και συ να μ’ αγαπάς!».

Ο Σικελιανός παρουσιάζει τον εαυτό του και τον Καζαντζάκη ως τους Αγίους Γεώργιο και Δημήτριο. Ο Αϊ-Γιώργης (Σικελιανός) καβαλάει άσπρο άλογο και ο Αϊ-Δημήτρης (Καζαντζάκης) κόκκινο. Η συμπόρευσή τους βγάζει σε δίστρατο και οι δρόμοι τους χωρίζουν, μα η αγάπη και ο εσωτερικός δεσμός μένουν.

Δεν είναι τυχαία η επιλογή του Σικελιανού να παρομοιάσει τον εαυτό του και τον Καζαντζάκη με δύο έφιππους, πολεμικούς αγίους· τα «δυο άλογα» που είχαμε συναντήσει στον «Αλαφροΐσκιωτο» (τα άλογα του Αχιλλέα) επανέρχονται εδώ, με αναβάτες τους δύο αγίους. Ισως αισθάνεται ότι οι οραματισμοί και των δύο για τα θεϊκά και τα ανθρώπινα έχουν να δώσουν έναν κοινό πόλεμο με τις παλιές συνήθειες και αξίες, αν θέλουν να πετύχουν έστω και κάτι μικρό.

Επιθυμία του Καζαντζάκη, αλλά και του Σικελιανού, είναι να αποδώσουν μέσω του έργου τους ένα κοσμικό όραμα της ζωής, μια οργανωμένη στάση ζωής με παγκόσμιο αντίκτυπο και καθολική ισχύ.

Οι δύο λογοτέχνες, ανεξαρτήτως αν σχεδίασαν ή όχι την ίδρυση μιας νέας θρησκείας στο ταξίδι στο Αγιο Ορος, στοχάστηκαν επίμονα -και ουσιαστικά σε όλη την έκταση του έργου τους- για το θείο, αποβλέποντας στη θέωση του ανθρώπου ή στον εξανθρωπισμό της θεότητας. Στο γόνιμο διανοητικό εγχείρημά τους καθένας τους πήρε, πράγματι, τον δρόμο του.

Η «θρησκεία» του Καζαντζάκη λατρεύει τον ανθρώπινο νου, ενώ ο Σικελιανός αναδεικνύεται λάτρης, μάλλον ιεροφάντης, του συγκρητισμού, διαβάζοντας τον χριστιανισμό σε παραλληλία ή διασταύρωση με την «παγανιστική» κληρονομιά. Το «πιστεύω» του ο Καζαντζάκης το κατέθεσε στο γνωστό σε όλους τέλος της «Ασκητικής».

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Αγγελος Σικελιανός ήταν αναζητητές του θείου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο καθένας με τον τρόπο του. Μέσα τους ήταν ελεύθεροι και αδέσμευτοι. Επιθυμούσαν να μετουσιώσουν την ύλη σε πνεύμα. Ο Σικελιανός θέλει να κηρύξει έναν τρόπο ζωής με βάση την παράδοση. Ο Καζαντζάκης μάχεται να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την ύλη και να δώσει σκοπό στον αγώνα του, δείχνοντάς του τον δρόμο να κατακτήσει το πνεύμα. Αμφότεροι πίστευαν στον Ζαρατούστρα, τον υπεράνθρωπο ήρωα του Νίτσε, και εμπνέονται από αυτόν.

Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο Σικελιανός ήταν η προσωποποίηση του Ζαρατούστρα. Σκαρφάλωναν κάθε τόσο στην κορυφή των βουνών ζώντας με τη φύση.

Η Ρωσία

Μετά την περιήγηση στην Ελλάδα, ο Καζαντζάκης ταξιδεύει στο εξωτερικό και φέρνει συνταρακτικές ειδήσεις για τη Ρωσική Επανάσταση και για τις ελπίδες που έχουν αποθέσει μυριάδες άνθρωποι από όλη την οικουμένη στο κοσμογονικό πείραμα. Οι δυο φίλοι συναποφασίζουν να το μελετήσουν από κοντά.

Σε γράμμα του από τη Συκιά (Νοέμβριος 1921) ο Σικελιανός γράφει στον Καζαντζάκη:

«Οπου κι αν είμαι, είμαι μαζί σου. Αυτό είναι για με το κύριο. Είν' αλήθεια πώς μονάχα το ταξίδι της Ρωσίας μας αξίζει».

Η σημασία την οποία οι δύο φίλοι αποδίδουν στο τεράστιο ιστορικό γεγονός της Ρωσικής Επανάστασης μαρτυρείται και από τα δημοσιεύματά τους (Ν. Καζαντζάκη, «Τι είδα στη Ρουσία», 2 τόμοι, Αθήνα 1928, όπου συμπυκνώνονται οι εντυπώσεις από τα τέσσερα ταξίδια του στη Ρωσία από το 1919 μέχρι το 1928, και «Toda-Raba», Παρίσι 1934, το τελευταίο, δοσμένο με μυθιστορηματικό τρόπο).

Ο Σικελιανός, στο «Ανοιχτό Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά Του» (Αθήνα, Μάρτιος 1922), καλεί τον βασιλιά να ατενίσει «στο πλάτος των στεπών πώς χορεύει ο Slavus Saltans», εκεί που τις νέες κοινωνικές αξίες «ανάλαβε μπροστά στην Ιστορία να [τις] εκπυρώσει, αυτή την ώρα, ο Σλαβικός Λαός».

Στο ίδιο κείμενο ο Σικελιανός παροτρύνει τον βασιλιά να υψώσει «το στάχυ της ισονομίας μπρος στο πρόσωπο του Λαού Του» και «να αφήσει για πάντα πίσωθέ Του τη μιαρή πολιτική της Δύσης, καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας τις σχέσεις Του με την Ανατολή, επικοινωνώντας θαρρετά με το παγκόσμιο ρεύμα των κοινωνικών επαναστάσεων».

Τόσο για τον Σικελιανό όσο και για τον Καζαντζάκη, η «Σταυρωμένη Ρωσία» έμελλε να δώσει στην ανθρωπότητα μια νέα πίστη μέσα από τα αίματα των παθών της.

Ο Σικελιανός φαίνεται να εντυπωσιάζεται από την έννοια της ευθύνης για την οποία γράφει ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική» και αποκτά συνείδηση του ρόλου του. Ευρισκόμενος σε μεγάλη ψυχική ένταση, γράφει προς τον Καζαντζάκη τον Φεβρουάριο του 1922, εκφράζοντάς του την τρυφερότητά του:

«Προχτές το βράδυ, ενώ η ψυχή μου προχωρούσε μες απ' όλα τα εμπόδια του καιρού, με μια κρυφή προαίσθηση που πλημμυρούσε ολάκερο το σώμα μου, ευρέθηκε στο χώρο του φωτός, όπου έμοιαζε να της αποκαλύπτει στην απλούστερη μορφή η σύνθεση της εποχής και της ευθύνης μας… τούτο μόνο Σου λέω. Είναι ανάγκη, τάχιστα, σε λίγες μέρες, να δώσω στην Ελλάδα «το κατεβατό της μοίρας της», καθώς το διάβασα μες στην ψυχή μου».

Θεός

Για τον Σικελιανό ο Θεός, όπως σημειώνει στο «Ανοιχτό Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά Του», είναι η μυστική και φοβερή δυναμικότητα που κλείνουμε σε μια λέξη, δεν υπάρχει παρά ως ανεξάντλητη, αρμονική και κολοσσιαία ενέργεια, της οποίας οι ίδιοι οι ποιητές είναι και τα όπλα και τα μέλη, οι ίδιοι και οι στρατιώτες της και οι στρατηγοί. Ο ορισμός αυτός δεν απέχει από τη γνώμη που ο Καζαντζάκης διατύπωσε στην «Ασκητική» (υπότιτλος: «Salvatores Dei»).

Για τον Καζαντζάκη, ο Θεός, όπως και ο άνθρωπος, δεν είναι παντοδύναμος, αλλά μεγαλοδύναμος. Οπως τον σχηματίζει, δεν είναι ούτε πάνσοφος ούτε πανάγαθος· γι' αυτό και ζητάει τη βοήθεια του ανθρώπου, τον χρειάζεται συμπολεμιστή του. Βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο. Αγωνίζεται για να σωθεί, δεν είναι πανάγαθος, αλλά σκληρός και ανελέητος.

Για τον Καζαντζάκη, Θεός είναι «η μέσα μας μοναξιά»· πολύ περισσότερο, Θεός είναι το μυαλό του ανθρώπου, που φτιάχνει θεότητες και τις καταλύει: «Θεούς και νόμους, αρετές, πατρίδες,/ ψηλό καμίνι ο νους».

Ο ανθρώπινος νους, ως θεοπλάστης και υπονομευτής των θεών, δοξάζεται σε όλο το καζαντζακικό έργο. Για παράδειγμα στην τραγωδία του «Κούρος», ο Θησέας απαντά στην ερώτηση της Αριάδνης για το τι βρίσκεται «πιο βαθιά, πίσω από το Θεό», με τα εξής λόγια:

«Ο νους του Θησέα, τίποτα άλλο. Ο νους ο δουλευτής. Ο πετροκόπος, ο ξυλοκόπος, ο κουπολάτης, ο πολεμιστής. […] Κι ακόμα πιο αψηλά, στην κορυφή, ο νους ο νομοθέτης. Πίσω από τον νου - το χάος» (Καζαντζάκης, Ν., 1998, σ. 292).

Ο Θεός στον Σικελιανό λαμβάνει την ίδια υπόσταση που λαμβάνει και στον Καζαντζάκη, μια ενέργεια δυναμική· είναι η προσωποποίηση της «ζωτικής ορμής» (élan vital, κατά τον Γάλλο φιλόσοφο Henri Bergson). Σικελιανός και Καζαντζάκης γίνονται Σωτήρες του Θεού (Salvatores Dei, μια ιδέα που αναλύεται στο λυρικό πιστεύω του Καζαντζάκη, την «Ασκητική») και συνεργάζονται μαζί του. Υπό την έννοια αυτή, οι δυο ποιητές αυτοονομάζονται κάποτε «θεοί». Το 1919 ο Καζαντζάκης γράφει στον Σικελιανό: «Πιθανότατα έρχομαι την άλλη βδομάδα στη Συκιά…να 'ρθεις, εκεί μπορούμε να ζήσομε σα θεοί».

Το 1921 ο Σικελιανός γράφει στον Καζαντζάκη: «Ονειρεύομαι μια μοναξιά μαζί σου, όπου κι εγώ και Συ θ' ανοίγαμε το στόμα μας στο Θεό για να μιλήσουμε μαζί Του, όπως Εσύ κι εγώ αναμεταξύ μας».

Και πάλι το 1924: «Ολον τον καιρό πόμεινα μόνος πάλεψα να καθαρίσω ολόκληρο το χώρο οπού μιάν ημέρα θα κινούνταν φανερά ή ενέργειά μου -κι όπως Σου 'γραφα, όλον κείνο τον καιρό, όπως πάντα, ήσουν μπροστά μου. Ο Θεός πού μ' έμπνεε ήταν ίδιος δίχως άλλο με το δικό Σου, με τη μόνη διαφορά πώς μ' έκαιε η ευθύνη να προβάλω τη μορφή του κατευθείαν στο επίπεδο της δυνατής ενέργειάς μου, να το δώσω σα Συνείδηση, και κείθε να το στρέψω με γαλήνη και με πίστη ακαταμάχητη προς όλες τις μεριές».

Ανθρωπος της δράσης ο Σικελιανός, θα προσπαθήσει μέσω των Δελφικών Εορτών να μετουσιώσει τον κοινό λόγο των δύο ανδρών σε δράση.

Συνοψίζοντας, θα ήταν καλό να αναφερθούν συγκεντρωτικά τα κοινά σημεία των δύο ανδρών: η αγωνία για την ανθρώπινη ύπαρξη, η ομοψυχία τους, το αίσθημα ευθύνης και χρέους απέναντι στην ανθρωπότητα, το γεγονός ότι ζουν σε κρίσιμη, μεταβατική εποχή.

Τέλος, χρειάζεται να αναφερθεί η αντίδραση του Καζαντζάκη με γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη, όταν πληροφορείται τον θάνατο του αγαπημένου του «αδερφού»:

«Ποτέ ο Αγγελος δεν ήταν τόσο κοντά μου, τόσο μέσα μου, όσο όλες ετούτες τις μέρες. Για μερικούς ανθρώπους ο θάνατος είναι απαράδεχτος, ποτέ δεν έβαλα στο νου μου πως μπορούσε να πεθάνει… Είναι άδικο, άδικο, δεν το δέχουμαι ! [...] Ποτέ ο καιρός για μένα δεν μπόρεσε να μπαλσαμώσει τις πληγές μου' [...] κ' ή πληγή ετούτη είναι η πιο μεγάλη…».

ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική
Ο Καζαντζάκης δεν ταυτίστηκε με κάποια ιδεολογία. Πεποίθησή του ήταν πως όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε καθεστώς τυραννίας και καταπίεσης πρέπει να αγωνίζεται ηρωικά για ελευθερία.
Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική
ΝΗΣΙΔΕΣ
Η ποίηση της ζωής και της Ιστορίας
Διόλου τυχαία η επιλογή του τίτλου, καθώς οι κεντρικοί χαρακτήρες του νέου βιβλίου του Αλέξη Πάρνη (που εμφανίζονται και στα άλλα δύο της τριλογίας) αναζητούν τον «ρυθμό», την αρμονία, τη δικαιοσύνη σε...
Η ποίηση της ζωής και της Ιστορίας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ογδόντα πέντε χρόνια από την έκδοση της «Μαραμπού»
Ο Νίκος Καββαδίας, αυτός ο διαρκώς φυγάς ποιητής, ο ερωτευμένος με τη θάλασσα, τους ναυτικούς και τα τετράποδα της λαμαρίνας, εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς ενός πολυπληθούς αναγνωστικού κοινού. Το...
Ογδόντα πέντε χρόνια από την έκδοση της «Μαραμπού»
ΝΗΣΙΔΕΣ
Οικουμενικός συγγραφέας
​Ο συγγραφέας του «Βίου και της Πολιτείας του Αλέξη Ζορμπά» κανονικά έπρεπε να είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος και όχι ως συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Δικηγόρο τον ήθελε και ο πατέρας του, καπετάν...
Οικουμενικός συγγραφέας
ΝΗΣΙΔΕΣ
Ο Καζαντζάκης, η Αγγλία και η πρώτη μέρα του πολέμου
Καθώς τα πολεμικά αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό της Ευρώπης, Ιούλιο έως Νοέμβριο του 1939, παραμονές του Μεγάλου Μακελειού, έτσι αποκαλεί τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Νίκος Καζαντζάκης θα βρεθεί στην Αγγλία....
Ο Καζαντζάκης, η Αγγλία και η πρώτη μέρα του πολέμου
ΝΗΣΙΔΕΣ
«Ο κόσμος είναι όνειρο, ρακή ’ναι η ζωή...»
Ο Νίκος Καζαντζάκης δοκιμάστηκε από νωρίς στον χώρο της φιλοσοφίας με την «Ασκητική» (1927), όπου συνέθεσε ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα με έντονες στοχαστικές αναζητήσεις. Για να εκφράσει την κοινωνική...
«Ο κόσμος είναι όνειρο, ρακή ’ναι η ζωή...»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας