Αφιέρωμα: Τα σοκάκια της Τρούμπας- Μέρος 1o
«Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα από τα πιο όμορφα λιμάνια της Μεσογείου, τον Πειραιά, υπήρχε μια συνοικία, που ήταν το καμάρι του και η …ντροπή του» έγραφε η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της «Η Τρούμπα», αποτυπώνοντας γλαφυρά την «ταυτότητα» της περιοχής όπου χτυπάει η «καρδιά» του λιμανιού.
Η περιοχή πήρε το όνομά της από μια τρόμπα (τρούμπα) νερού, που βρισκόταν στη διασταύρωση της οδού Β’ Μεραρχίας (παλαιά Αιγέως) με την Ακτή Μιαούλη, ενώ οι βασικοί δρόμοι της, οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά, είναι από τους πρώτους της πόλης.
Ο ίλαρχος Γ. Αγγελόπουλος στο έργο του «Στατιστική Πειραιώς» περιγράφοντας τον Πειραιά του 1852, με τους 5.526 κατοίκους, δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «τρόμπα», πράγμα που σημαίνει ότι είναι μεταγενέστερη.
Απλώς αναφέρει ότι στη διασταύρωση αυτή υπήρχε πηγάδι, απ’ όπου έπαιρναν νερό τα πληρώματα των πλοίων.
«Οι ναύται (…) αντλούσιν εκ του φρέατος τούτου δι’ ιβανών (= μάλλον σάκοι από φυτικές ίνες) ή ασκών, και διοχετεύουσι το ύδωρ διά δερματίνου σωλήνος εις τα εν τη εκεί πλησίον προσορμιζομένη λέμβω ενυπάρχοντα κατάλληλα αγγεία» σημειώνει ο συγγραφέας, προσθέτοντας ότι αυτή η εργασία γινόταν μέρα και νύχτα [Γ. Αγγελόπουλου, «Στατιστική Πειραιώς», επανέκδοση «ελεύθερη σκέψις», σελ. 10].
Από το ίδιο βιβλίο πληροφορούμαστε ότι εκείνη την εποχή η προβλήτα στην Ακτή Μιαούλη ονομαζόταν Μεγάλη Προβλήτα (αργότερα μετονομάστηκε σε προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου) και πως από τους βασικότερους δρόμους της πόλης η οδός Φίλωνος ήταν από τους ομορφότερους όχι μόνο για τις αξιόλογες οικοδομές της, αλλά και επειδή «κατά το πλείστον αυτής μέρος είνε ισοπεδωμένη και εις τινα μέρη εστολισμένη από δένδρα».

Η κίνηση από το λιμάνι, πέρα από τα πολλά οφέλη για τους Πειραιώτες, είχε και ορισμένες άλλες… πλευρές, όπως η ανάγκη δημιουργίας των πρώτων «χαμαιτυπικών παραπηγμάτων».
Είναι άγνωστο πότε ακριβώς και πού δημιουργήθηκαν, αλλά όπως έχει γράψει ο αν. καθηγητής του ΕΜΠ Νίκος Μπελαβίλας, σε άρθρο του στην «Αυγή της Κυριακής» (Οκτώβριος 2010), την πρώτη χρονιά ίδρυσης της πόλης (1834) ήταν καταγεγραμμένες δέκα «δημόσιες κοπέλες» και λίγα χρόνια αργότερα (1848) ανήλθαν σε 18, ηλικίας από 15 έως 41 ετών.
Το 1855 εκδίδεται από τη Διεύθυνση Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς κανονιστική ρύθμιση «περί κοινών γυναικών και οίκων ασωτείας», με την οποία προβλέπεται ότι μπορούν να δημιουργούνται «όπου είναι αναγκαίοι ένεκα του πλήθους των κατοίκων και της συρροής ξένων».
Στον Πειραιά δημιουργούνται τέσσερις «οίκοι ασωτείας», με διευθύντριες ισάριθμες γυναίκες, και μάλιστα το ένα το είχαν δύο αδελφές, η Λουκία και η Αικατερίνη.
Ομως σταδιακά αρχίζουν να γίνονται παράπονα από περίοικους και γι’ αυτό το 1867 ο δήμος ξεκινάει ενέργειες να συγκεντρώσει σε έναν χώρο τους οίκους ανοχής.
Το σκεπτικό ήταν ν’ αποτραπεί η διάδοση μολυσματικών ασθενειών, πράγμα που βρίσκει σύμφωνο το Ιατροσυνέδριο καθώς κρίνει ότι «καμμία κοινή γυναίκα δεν θα αποφεύγει τον ιατρικό έλεγχο».
Σε έγγραφα που υπάρχουν στο Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Πειραιά αποτυπώνεται μεγάλο μέρος από την ιστορία της δημιουργίας του πρώτου «συγκροτήματος» οίκων ανοχής.

Για την κατασκευή του επιλέχθηκε μια ερημική περιοχή πίσω από το τότε νεκροταφείο, στον Αγιο Διονύσιο, όπου υπήρχε έλος και από εκεί είχε πάρει το όνομα Βούρλα.
Μετά από συνεχείς πιέσεις του δήμου η κυβέρνηση παραχώρησε σ’ αυτήμ την περιοχή 8 στρέμματα «εθνικών γαιών» για την ανέγερση «καταστημάτων» κοινών γυναικών.
Ο προϋπολογισμός «διά την ανέγερση χαμαιτυπείου εις τον Πειραιά» ήταν 32.406 δραχμές και αποφασίζεται να κατασκευαστεί και να λειτουργήσει από ιδιώτη υπό την εποπτεία του δήμου (όπως θα λέγαμε σήμερα κατασκευάστηκαν με ΣΔΙΤ, Σύμπραξη Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα).
Η πρώτη ανεπίσημη προσφορά για την ανάληψη του έργου γίνεται εγγράφως, στις 17 Μαΐου 1872, από μια γυναίκα που δηλώνει αγράμματη, υπογράφει ως «Μαριγώ χήρα Αντωνίου» και είναι ιδιοκτήτρια ενός από τους τέσσερις οίκους ανοχής του Πειραιά.
Η Μαριγώ προτείνει στον δήμο να αναλάβει η ίδια την κατασκευή και αφού το λειτουργήσει για 50 χρόνια να περιέλθει σε αυτόν.
Η ίδια θα επανέλθει μετά ένα χρόνο (18.4.1873) με νέα, πιο αναλυτική, προσφορά για την κατασκευή τεσσάρων οίκων, με την καταβολή ενοικίου «εφ’ όρου ζωής».
Η προκήρυξη εκδίδεται τον Ιούλιο του ίδιου έτους και όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά (18 και 24.1.1874) κατατίθενται τελικά δύο προσφορές.
Η μία όμως, ενός γιατρού, απορρίφθηκε διότι πρότεινε τη δημιουργία του συγκροτήματος ως θεραπευτήριο για τα αφροδίσια νοσήματα.
Τελικά υπογράφεται, το 1875, το συμβόλαιο με τον ανάδοχο για την κατασκευή του «συγκροτήματος», που αποτελούνταν από τρία κτίρια σε σχήμα «Π», με 66 κάμαρες όπου στεγάζονταν περίπου 70 γυναίκες.
Τα πορνεία ήταν περιφραγμένα και οι ιερόδουλες απαγορευόταν να βγουν από αυτά, ενώ δεν επιτρεπόταν και η είσοδος μετά τις 10 το βράδυ.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι οίκοι ανοχής στα Βούρλα είχαν αποκλειστικό προνόμιο λειτουργίας. Μάλιστα, όπως διαβάζουμε σε εφημερίδες της εποχής («Εμπρός» 27.7.1907), μετά από μήνυση «της διευθύντριας των αμαρτωλών παρά τα Βούρλα Πειραιώς οίκων Τζοάννου» καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τέσσερις «διευθύντριαι μυστικών οίκων», οι οποίοι και έκλεισαν.
Γύρω από τη «μάντρα» άρχισαν να λειτουργούν καφενεία και άλλα καταστήματα όπου σύχναζαν οι «νταβατζήδες», οι οποίοι, παρά την απαγόρευση, έβρισκαν πάντα τρόπο να μπουν τη νύχτα στον φυλασσόμενο χώρο.
Τα παιδιά της πιάτσας
Η «καρδιά» του λιμανιού του Πειραιά χτυπούσε για πολλά χρόνια στη μεγάλη προβλήτα, στην Ακτή Μιαούλη, ακριβώς κάτω από τη γειτονιά που έμεινε γνωστή με το όνομα Τρούμπα.
Αυτό και μόνο δημιουργούσε μια μεγάλη «πελατεία», που θα παρέμενε για λίγο χρόνο πριν από ένα μεγάλο ταξίδι ζητώντας τη διασκέδαση, συνήθως με άφθονο αλκοόλ, και τον ολιγόωρο έρωτα. Από… κοντά ο λεγόμενος «υπόκοσμος».
Στην πραγματικότητα ο κόσμος της Τρούμπας είχε τις δικές του «τάξεις», τη δική του γλώσσα, την «αργκό», και τους δικούς τους άγραφους νόμους. Και φυσικά τις δικές του ιστορίες, συνήθως με πολύ πόνο και έρωτα. Σαν παραμύθια…
Αυτές τις ιστορίες μετέφερε σε κάθε σπίτι ο αξέχαστος Νίκος Τσιφόρος, που με χρονογραφήματα, τα βιβλία του και έξυπνα σενάρια μας έκανε να γνωρίσουμε «Τα παιδιά της πιάτσας» και να μάθουμε ότι στη διαστρωμάτωση αυτού του κόσμου πάνω πάνω βρίσκονταν οι 20-30 παλικαράδες που έκαναν τις μεγάλες «δουλειές», εκμετάλλευση γυναικών, τυχερά παιχνίδια κ.ά.
Ακολουθούσε η σωματοφυλακή των παραπάνω, μέχρι τους πιο… ταπεινούς, όπως οι κλεφτομπουγαδάδες και οι κλεφτοκοτάδες.
Βέβαια υπήρξαν πολλές ιστορίες που φτάνουν από στόμα σε στόμα, σε παλιά καφενεία του Πειραιά, μέχρι τις μέρες μας.
«Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη….» που θα έγραφε και ο Τσιφόρος.
Εν αρχή ην τα Βούρλα- Το βασίλειο της Ντουντού
Οταν κάποιος εισερχόταν στα Βούρλα τη δεκαετία του 1920 και σχεδόν του ’30 έμπαινε στο βασίλειο της Ντουντού!
Η αποκαλούμενη «Δράκαινα των Βούρλων». Χοντρή, ογκώδης, αχανής, λιγομίλητη, σχεδόν άφωνη, που όλοι μα όλοι φοβόντουσαν.
Κρατούσε στα δυο της χέρια τα στοιχεία εκείνα που όποιος τα κατείχε αφέντευε όλη την περιοχή.
Τις μάρκες κατανάλωσης και τα κλειδιά των κελιών! Με αυτό τον υπέροχο τρόπο περιέγραφε, το 1929, το σύστημα της λειτουργίας των Βούρλων σε ένα μοναδικό του άρθρο ο Μανώλης Κανελλής. [pireorama.blogspot.com]
Ο Κανελλής αναφέρει ακόμα πως ο ενδιαφερόμενος που έμπαινε, πρώτα πήγαινε στην Ντουντού. Τα χρήματα που έδινε μετατρέπονταν σε μάρκες.
Βλέπετε τα χρήματα δεν έπρεπε ποτέ να καταλήγουν απευθείας σε χέρια ιερόδουλης. Αυτό ήταν δική της εργασία.
Η Ντουντού δεν ήταν μόνη της στο έργο. Είχε δύο κατηγορίες βοηθών: τις «πορτιέρισσες» και τις «κουβαδίστρες».
Οι πρώτες, οι «πορτιέρισσες», οδηγούσαν τον πελάτη στο κελί εκείνο που ανταποκρινόταν στο ποσό που είχε πληρώσει, με αντίτιμο μία δραχμή η διαδρομή.
Οι δεύτερες, οι «κουβαδίστρες», κουβαλούσαν τους κάδους του νερού στις ιερόδουλες. Πέντε δραχμές για κάθε κουβά.

Το κόλπο έγινε ρεμπέτικο – Μανιταριτζήδες
Τα έξυπνα κόλπα που «λανσάρονταν» στην πιάτσα αποτελούσαν πηγή έμπνευσης για τους ρεμπέτες.
Στο φύλλο της 13ης Μαρτίου 1923 του «Ριζοσπάστη» διαβάζουμε: «Τρεις άγνωστοι χθες εις τον Πειραιά αφήρεσαν του εκ Σάμου Π. Μπ (όνομα δυσανάγνωστο) 22.000 δραχμάς διά της παμπαλαίας μεθόδου του μανιταρίου. Προς ανακάλυψιν και σύλληψίν των γίνεται η προσήκουσα ενέργεια».
Τι ήταν όμως το «μανιτάρι»; Ηταν μια μέθοδος απάτης με κλοπή, που την εφάρμοζε ο «μανιταριτζής».
Ο «μανιταριτζής» δεν δούλευε μόνος του. Χρειαζόταν 2- 3 συνεργάτες, που εμφανίζονταν ως αυτόπτες μάρτυρες…
Αυτή η παρέα πέταγε ένα άδειο πορτοφόλι στον δρόμο. Οταν κάποιος περαστικός το έβλεπε, έσκυβε και το έπιανε.
Τότε πεταγόταν ο «μανιταριτζής» και του ζητούσε το πορτοφόλι λέγοντας ότι είναι δικό του.
Ο ανύποπτος περαστικός, προερχόμενος, ίσως, και από επαρχία, όπως ο αναφερόμενος στην παραπάνω είδηση, έδινε το πορτοφόλι.
Τότε ο μάγκας το έπαιρνε στα χέρια του και άρχιζε να φωνάζει και να ζητάει τα χρήματα που -όπως έλεγε- είχε μέσα. Ταυτόχρονα εμφανίζονταν και οι «αυτόπτες» μάρτυρες, οι οποίοι επιβεβαίωναν τα γεγονότα.
Το θύμα, φοβισμένο από το γεγονός ότι βρισκόταν με ένα ξένο πορτοφόλι στα χέρια μπροστά σε μάρτυρες, για να γλιτώσει από πιθανά τραβήγματα, έδινε τα λεφτά και την κοπάναγε τρέχοντας.
Ετσι, το 1935, κυκλοφόρησε σε στίχους και μουσική του Ιάκωβου Μοντανάρη (Γιακουμή) το ρεμπέτικο «Ο Αμερικάνος», το οποίο περιγράφει πώς «πέντε μάγκες στον Περαία (…) πιάσαν’ ένα Αμερικάνο, στη μανίτα (σ.σ. στο μανιτάρι) σαν το χάνο».
Μέγαρο Ποτόγλου

(πρώην ξενοδοχείο «Σικάγο»). Στις οδούς Φίλωνος 119, Νοταρά 116 και Σκουζέ.
Είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα τα διατηρητέα της περιοχής, άρρηκτα συνδεδεμένο με την Τρούμπα, προκαλεί θαυμασμό ακόμα και στη σημερινή εγκατάλειψή του.
Κατασκευάσθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου. Αρχικά, στο ισόγειο στεγάστηκαν γραφεία και εμπορικά καταστήματα, τα οποία αργότερα έδωσαν τη θέση τους σε καμπαρέ, όπως η «Παριζιάνα», επί της οδού Νοταρά, το «Μουλέν Ρουζ» και το «Tony’s Bar», στη Φίλωνος.
Στον 1ο όροφο κατοικούσε η οικογένεια Ποτόγλου, ενώ τον 2ο και τον 3ο καταλάμβανε το ξενοδοχείο «Σικάγο», με 90 δωμάτια, στα οποία, όπως διαβάζουμε σε εφημερίδες της εποχής (1956), «διαμένουν αποκλειστικώς γυναίκες εργαζόμεναι εις τα νυκτερινά κέντρα της Τρούμπας».
Ετσι, όταν ένας 30χρονος βρήκε σε ένα δωμάτιο την 22χρονη σύζυγό του, την σκότωσε με ένα ξυράφι! (2.6.1956).
Λίγα χρόνια μετά, στον ίδιο χώρο θα στεγασθεί το ξενοδοχείο «Φαίδρα».
Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν σημαντικά ευρήματα εντός του κτιρίου, όπως τοιχογραφίες και σκίτσα, που φανερώνουν τη χρήση του ως Διοικητηρίου της γερμανικής κατοχικής δύναμης, την περίοδο 1941-1945.
