Αντιμέτωπα με το φάσμα της πείνας βρίσκονται περισσότερα από 100.000 παιδιά, αλλά και χιλιάδες ενήλικοι με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, λόγω της διακοπής ή περικοπής των οικογενειακών επιδομάτων και επιδομάτων ανεργίας. Οχι σε κάποια τριτοκοσμική χώρα, αλλά στη Μεγάλη Βρετανία, σύμφωνα με έκθεση που συνέταξαν φιλανθρωπικές εκκλησιαστικές οργανώσεις.
Οπως αναφέρει η έκθεση της φιλανθρωπικής οργάνωσης «Δράση της Εκκλησίας απέναντι στη Φτώχεια», ο τεράστιος αυτός αριθμός παιδιών, που κυριολεκτικά δεν έχουν να φάνε, οφείλεται αφενός στην περικοπή των σχετικών κοινωνικών επιδομάτων που ξεκίνησε από πέρυσι, αφετέρου στο γεγονός ότι ορισμένες οικογένειες καθυστέρησαν να καταθέσουν τις σχετικές αιτήσεις, με αποτέλεσμα να διακοπεί για έναν ή περισσότερους μήνες η σχετική οικονομική επιδότηση.
Οι ερευνητές που συνέταξαν την έκθεση διαπίστωσαν ακόμη ότι, μεταξύ άλλων εκτός από τα παιδιά, στο έλεος της φτώχειας βρίσκονταν κάθε ημέρα 100 άτομα με σοβαρά ψυχικά νοσήματα. Γι’ αυτό και η έκθεση γράφει χαρακτηριστικά ότι «είμαστε εξαιρετικά ενοχλημένοι από το γεγονός ότι ένα σύστημα το οποίο έχει ως στόχο να παρέχει βοήθεια στις αδύναμες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες χρησιμοποιείται ως μέσο εξαναγκασμού και συμμόρφωσης». Μάλιστα επισημαίνει ότι «οι ποινές που ουσιαστικά οδηγούν στην αναστολή ή διακοπή των επιδομάτων είναι παράλογες και αναντίστοιχες της ζημιάς που προκαλούν στον κοινωνικό ιστό».
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Νάιαλ Κούπερ, στελέχους της ΜΚΟ «Δράση της Εκκλησίας απέναντι στη Φτώχεια» και εκ των συντακτών της έκθεσης, ο οποίος τόνισε ότι «ακόμη κι αν διαπράξεις ένα έγκλημα, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σε αφήσει να πεινάσεις ως τιμωρία. Ωστόσο», πρόσθεσε, «εάν έχεις καθυστερήσει να υποβάλεις την αίτηση στην αρμόδια κρατική υπηρεσία, δηλαδή το Τμήμα Εργασίας και Συντάξεων DWP, τότε σου αφαιρούν το σύνολο του επιδόματος αφήνοντάς σε ανήμπορο να σιτίσεις τον εαυτό σου ή την οικογένειά σου επί εβδομάδες». «Αν ένα αντίστοιχο σύστημα επιβαλλόταν σε έναν εργασιακό χώρο, όπου οι υπάλληλοι δεν θα λάμβαναν τον μηνιαίο μισθό τους επειδή καθυστέρησαν στην εργασία τους ή δεν πέτυχαν τους προκαθορισμένους στόχους, μάλλον θα περιμέναμε ευλόγως την ανάληψη νομικής δράσης από τους εργαζόμενους», κατέληξε ο Κούπερ.
Πάντως το DWP απέρριψε τα συμπεράσματα της έκθεσης, υποστηρίζοντας σε ανακοίνωση που εξέδωσε ότι «καθημερινά οι εργαζόμενοι στο Τμήμα Εργασίας και Συντάξεων προσπαθούν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν τους δικαιούχους να λάβουν το επίδομα», προσθέτοντας ότι «οι κυρώσεις, που ουσιαστικά είναι η διακοπή της οικονομικής αυτής βοήθειας, επιβάλλονται σε μια πολύ μικρή μειοψηφία, η οποία αποτυγχάνει να λάβει τη βοήθεια που της προσφέρεται».
