Οι ραγδαίες τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις διαμορφώνουν μια νέα «μεταπολίτευση». Το πραγματικό δίλημμα της εποχής είναι αν η πολιτική θα παραδοθεί οριστικά στις δυνάμεις του ακραίου νεοφιλελευθερισμού ή αν θα επανασυνδεθεί με τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες της χώρας.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο προγραμματικό σχέδιο που θα απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις: ένα αποτελεσματικό και προσβάσιμο κράτος, στήριξη της παραγωγής και της καινοτομίας, αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών χωρίς αποκλεισμούς, ανάταξη της περιφερειακής ερήμωσης μέσω ισχυρής αυτοδιοίκησης, πολιτικές αντιμετώπισης της δημογραφικής κρίσης και κίνητρα ώστε οι νέοι να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στη χώρα.
Παράλληλα απαιτείται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας στην αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση, τις εξαγωγές, τον ποιοτικό τουρισμό, τη νησιωτικότητα και τις συνδυασμένες μεταφορές ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως διαμετακομιστικού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή. Μια Ελλάδα που θα λειτουργεί ως γέφυρα ειρήνης, συνεργασίας και ανάπτυξης στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο παράγοντας πολλαπλά οφέλη για την κοινωνία και την οικονομία.
Το ζητούμενο επομένως είναι η ανασύνθεση μιας αξιόπιστης προοδευτικής πλειοψηφίας και όχι η αναπαραγωγή μικροκομματικών περιχαρακώσεων. Η κοινωνία αναζητά έναν πειστικό εναλλακτικό δρόμο διακυβέρνησης βασισμένο σε σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις και ανοιχτούς διαύλους συνεργασίας μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων. Η ευρωπαϊκή εμπειρία αποδεικνύει ότι οι μεγάλες προκλήσεις αντιμετωπίζονται μέσα από προγραμματικές συγκλίσεις και όχι μέσω διαρκών διαχωριστικών γραμμών.
Είναι η ώρα όλα τα ρεύματα του προοδευτικού χώρου να συμβάλουν σε ουσιαστικές προγραμματικές επεξεργασίες διακυβέρνησης, που θα δίνουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και της μεταβαλλόμενης κοινωνικής της διαστρωμάτωσης.
Την ίδια στιγμή η επισφαλής εργασία (precariato), η εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η κυριαρχία ισχυρών ολιγοπωλιακών συμφερόντων αποδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή. Η πολιτική οφείλει να επανέλθει ως εργαλείο επίλυσης προβλημάτων και όχι ως μηχανισμός διαχείρισης των ανισοτήτων.
Αυτό προϋποθέτει και τη μετεξέλιξη των ίδιων των πολιτικών οργανισμών. Τα παραδοσιακά, πυραμιδικά κομματικά μοντέλα εξαντλούν τα όριά τους, ενώ ο άνευ όρων εξουσιοδοτισμός απομακρύνει τους πολίτες από τη συμμετοχή. Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες μπορούν να ενισχύσουν σύγχρονες μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, όπου οι πολίτες δεν θα περιορίζονται στην ανάθεση, αλλά θα συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις που τους αφορούν. Η συγκρότηση μιας ευρείας προοδευτικής πλειοψηφίας αποτελεί προϋπόθεση ώστε η χώρα να αποκτήσει ένα δίκαιο, βιώσιμο και αναπτυξιακό μέλλον.
Στις επόμενες εκλογές η συμμετοχή των πολιτών θα καθοριστεί από ένα κρίσιμο ερώτημα: αν η πολιτική αναμέτρηση θα αφορά εναλλακτικά προγράμματα διακυβέρνησης που εκφράζουν τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας ή αν θα περιοριστεί σε μια αντιπαράθεση προσώπων με πρόσχημα μεταβατικές κυβερνήσεις ειδικού σκοπού, αφήνοντας τα κερδοσκοπικά κέντρα να συνεχίζουν να διαχειρίζονται την εξουσία. Μόνο ένας ενιαίος αγώνας για τη διαμόρφωση προοδευτικής πλειοψηφίας με προγραμματική ενότητα και κυβερνητική προοπτική μπορεί να αποτελέσει κίνητρο συμμετοχής και ψήφου για τον πολίτη.
*Πολιτικό στέλεχος, πρώην βουλευτής
