Σε πολιτικά αχαρτογράφητη περιοχή οδεύει η Γερμανία μετά την κατάρρευση των διερευνητικών συνομιλιών για το σχηματισμό κυβέρνησης λόγω «αγκαθιών» τουλάχιστον σε προσφυγικό και κλίμα, οι οποίες είναι άγνωστο πότε και εάν θα συνεχιστούν.
Η πολιτική κρίση κλονίζει την Άνγκελα Μέρκελ, η τέταρτη θητεία της οποίας τίθεται εν αμφιβόλω, αφού πλέον έχει τις επιλογές σχηματισμού μειοψηφικής κυβέρνησης ή νέων εκλογών, καθώς οι Φιλελεύθεροι (FDP) αποχώρησαν από τις διαπραγματεύσεις.
Μετά τη διαπραγμάτευση, που διεξαγόταν εδώ και ένα μήνα, η ίδια δήλωσε ότι σήμερα θα ενημερώσει τον Γερμανό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ (ο οποίος είναι πλέον το πρόσωπο-κλειδί), ότι δεν μπορεί πλέον να σχηματίσει κυβέρνηση.
Βαρύ το πλήγμα για τη Γερμανίδα καγκελάριο, που βρίσκεται σε μέρα τουλάχιστον «βαθιάς περισυλλογής για το πώς θα προχωρήσει η Γερμανία», όπως είπε για να ισχυριστεί ότι ως υπηρεσιακή καγκελάριος θα κάνει τα πάντα προκειμένου η Γερμανία να ξεπεράσει τη δύσκολη φάση.
Η Μέρκελ υποστήριξε ότι «δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν προσπαθήσαμε τα πάντα προκειμένου να βρεθεί λύση, αλλά αντιμετωπίσαμε διαφορετικές κουλτούρες και στιλ διαπραγμάτευσης», ενώ σημείωσε ότι ακόμη και στο μεταναστευτικό ζήτημα, μπορούσε να έχει εξευρεθεί λύση.
Δήλωσε ότι με όλο τον σεβασμό έναντι του FDP λυπάται που δεν κατέστη δυνατή μια συμφωνία. Θυμίζουμε ότι το κόμμα της βγήκε εξασθενημένο από τις εκλογές που κέρδισε μεν αλλά με μειωμένο αριθμό εδρών.

Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων, Κρίστιαν Λίντνερ, δήλωσε πως «οι τέσσερις εταίροι της συζήτησης δεν έχουν κοινό όραμα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας ή την κοινή βάση εμπιστοσύνης», αφού τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έλυσαν τις διαφορές τους σε σημαντικά ζητήματα.
«Σήμερα δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος, αντιθέτως είχαμε οπισθοδρομήσεις, καθώς αμφισβητήθηκαν οι προσδοκώμενοι συμβιβασμοί», συμπλήρωσε ο ίδιος.
Σημείωσε δε ότι πέρα από τα μείζονα ζητήματα στα οποία υπήρχαν διαφωνίες, τα κόμματα δεν μπόρεσαν να οικοδομήσουν επαρκή αμοιβαία εμπιστοσύνη, κάτι που θεωρούσε προϋπόθεση ώστε η επόμενη κυβέρνηση να παραμείνει σταθερή καθ’ όλη την τετραετή κοινοβουλευτική περίοδο.

Ευθύνες στους Φιλελεύθερους
Από τη πλευρά, ο συμπρόεδρος των Πρασίνων Τζεμ Έζντεμιρ, τόνισε ότι η «Τζαμάικα» καταστράφηκε και απορρίφθηκε από τους Φιλελεύθερου, οι οποίοι «δεν ήθελαν τον συνασπισμό».
«Πρέπει σήμερα να διαπιστώσουμε ότι ο μοναδικός συνασπισμός που ήταν εφικτός μετά τις εκλογές δεν ήταν επιθυμητός από το ένα κόμμα το οποίο διαπραγματευόταν μαζί μας. Η κουλτούρα του συμβιβασμού είναι στοιχειώδης για μια λειτουργούσα δημοκρατία», δήλωσε.
Η άλλη συμπρόεδρος του κόμματος Κάτριν Γκέρινγκ-Έκαρτ εξέφρασε την πεποίθηση ότι η συμφωνία ήταν εφικτή. «Δεν χρειαζόμασταν πολύ χρόνο ακόμη», δήλωσε, για να σημειώσει ότι ήταν σαφές ότι δεν επρόκειτο να ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά οι Πράσινοι ήθελαν να κάνουν τα πάντα προκειμένου αυτός ο συνασπισμός να λειτουργήσει.
«Αποτελεί πολιτική ευθύνη να είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε. Είμαι πεπεισμένη ότι η συμμαχία ήταν εφικτή. Απείχαμε μόνο σε κάποια σημεία ο ένας από τον άλλον. Και σε πολλά σημεία ήμασταν πιο κοντά από ό,τι θα πίστευε κανείς. Στην μετανάστευση, στο κλίμα, στην γεωργία», κατέληξε.
Σουλτς: Όχι στον μεγάλο συνασπισμό
Ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Μάρτιν Σουλτς, έκανε μια δήλωση στην οποία επανέλαβε τη θέση του κόμματος ότι δεν θα συμμετάσχει σε «μεγάλο» συνασπισμό με τη Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU).
Όπως είπε θα πρέπει να γίνουν εκ νέου εκλογές.
«Η Χριστιανική Ένωση, οι Φιλελεύθεροι (FDP) και οι Πράσινοι έφεραν τη χώρα σε δύσκολη κατάσταση. Θεωρούμε σημαντικό οι ψηφοφόροι της χώρας μας να αξιολογήσουν την κατάσταση εκ νέου. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να μπούμε σε μεγάλο συνασπισμό. Σε αυτό δεν αλλάζει τίποτα και μία πιθανή αποχώρηση της ‘Ανγκελα Μέρκελ», είπε.
Οι Σοσιαλδημοκράτες, ο ήσσων εταίρος της απερχόμενης κυβέρνησης, που κατέλαβαν τη δεύτερη θέση στις εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου, είχαν αποκλείσει αρκετές φορές το ενδεχόμενο επανάληψης του σχηματισμού μεγάλου συνασπισμού μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Χριστιανοκοινωνιστές.
Ωστόσο, το κόμμα ανακοίνωσε σήμερα ότι αιφνιδιάστηκε από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό Spiegel, ενώ δεν προχώρησε στην προγραμματισμένη για το μεσημέρι πρώτη δημόσια τοποθέτησή του ο Μάρτιν Σουλτς.
Προς το παρόν δεν έχει προβλέψει «πως θα διαχειριστεί το ενδεχόμενο νέων εκλογών», αλλά και το ποιος θα είναι υποψήφιος για την καγκελαρία, όπως μεταδίδει το Reuters επικαλούμενο αξιωματούχο του SPD, που ανέφερε ότι πιθανώς θα είναι και πάλι ο Σουλτς.
Σε αυτό το πλαίσιο τα κομματικά όργανα του SPD συνεδριάζουν προκειμένου να καθορίσουν την περαιτέρω στάση του κόμματος για να δώσουν συνέντευξη τελικά το απόγευμα.
Ο αντιπρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Ραλφ Στέγκνερ, στην τελευταία του είχε δηλώσει: «Δεν θέλουμε νέες εκλογές, αλλά δεν θα τις φοβηθούμε κιόλας. Δεν υπάρχει εντολή για μεγάλο συνασπισμό».

Τα βασικά αγκάθια
Στις συνομιλίες στο Βερολίνο για το συνασπισμό της «Τζαμάικα», το CDU, το CSU και το FDP, κατά καιρούς εργάστηκαν για να ξεπεράσουν το ένα το άλλο, αλλά ζητούσαν μια πιο σκληρή γραμμή στο προσφυγικό.
Ένα από τα μείζονα προβλήματα που προκαλούσαν τριβές ήταν η απαίτηση της CSU να τεθεί όριο στον αριθμό των αιτούντων άσυλο που υποδέχεται η Γερμανία κάθε χρόνο, στην οποία εναντιώνονταν οι Πράσινοι.
Τα τέσσερα κόμματα πάσχιζαν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και σε άλλα κρίσιμα θέματα όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, οι δημόσιες δαπάνες, η φορολογία.
Οι ραγδαίες εξελίξεις φέρνουν τη χώρα μπροστά σε δύο επιλογές χωρίς προηγούμενο στη μεταπολεμική εποχή: είτε η Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) θα σχηματίσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας με τους Πράσινους, είτε ο πρόεδρος θα προκηρύξει νέες, πρόωρες εκλογές αφού τα κόμματα δεν μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Σύμφωνα με γερμανικά μέσα ενημέρωσης, το Κόμμα των Πρασίνων πρότεινε συμβιβασμό κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου με τον οποίο θα συμφωνούσαν να περιορίσουν την ετήσια επανεισδοχή μεταναστών στον αριθμό των 200.000 για να να επανενωθούν με τις οικογένειές τους.
Επίσης, τα κόμματα προσπάθησαν να βρουν ένα κοινό έδαφος για την αλλαγή του κλίματος, ενώ οι Πράσινοι ζήτησαν μείωση της παραγόμενης από άνθρακα ισχύος 8-10 γιγαβάτ, ενώ οι δυνητικοί εταίροι τους εξέφρασαν ανησυχίες για απώλειες θέσεων εργασίας σε τομείς, όπως η ενέργεια.
Ευχαριστημένο το AfD
Από την πλευρά της η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) φαίνεται να είναι ευχαριστημένη από την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων.
Όταν οι επικεφαλής οι Αλεξάντερ Γκάουλαντ και Αλίς Βάιντελ ρωτήθηκαν εάν το κόμμα τους θα επωφεληθεί από μία νέα εκλογική αναμέτρηση, απάντησε «φυσικά», αλλά επεσήμαναν ότι είναι πολύ νωρίς ακόμη για να προβλέψει κανείς, εάν πρόκειται να στηθούν ξανά.
Δεν παρέλειψαν όμως να περηφανευτούν και να υποστηρίξουν ότι η ακροδεξιά είναι αυτή, που εμπόδισε το σχηματισμό κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού.

Αρνητικές οι πρώτες διεθνείς αντιδράσεις
Σε διεθνές επίπεδο η Άνγκελα Μέρκελ αργά χθες βράδυ δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος διαμήνυσε πως δεν είναι προς το συμφέρον του Παρισιού να μην προχωρήσει η διαδικασία.
Ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών, άλμπε Ζίζλστρα, χαρακτήρισε τις εξελίξεις «κακή ιδέα» το ενδεχόμενο προσφυγής στις κάλπες «κακή είδηση για την Ευρώπη ότι η κυβέρνηση στην Γερμανία θα καθυστερήσει».
«Η Γερμανία είναι μια χώρα με μεγάλη επιρροή εντός της ΕΕ επομένως αν δεν έχουν κυβέρνηση κι ως εκ τούτου δεν έχουν εντολή θα είναι πολύ δύσκολο για εκείνους να πάρουν θέση», είπε.
Ο Ζίζλστρα υποστήριξε ότι δεν θεωρεί ότι η πολιτική κρίση στη Γερμανία επηρεάζει τις συνομιλίες για το Brexit ειδικά αυτή τη στιγμή, καθώς η Ε.Ε.’ «αναμένει μια σημαντική προσφορά από τους Βρετανούς» ως προς το κόστος του διαζυγίου.
Ο Τσέχος υπουργός αρμόδιος για θέματα της ΕΕ Αλες Χμέλαρ είπε: «Είμαστε αισιόδοξοι ότι θα έχουμε μια ισχυρή κυβέρνηση στη Γερμανία αργά ή γρήγορα».
Πιο… χαλαρή ήταν η αντίδραση του υπουργός Εξωτερικών του Βελγίου, μιας χώρας που έχει περάσει 18 μήνες χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση, είπε ότι εκεί «έχουμε τέτοια παράδοση» και ότι «μερικές φορές πέρνει περισσότερο χρόνο».
Στο οικονομικό μέτωπο
Το ευρώ υποχωρούσε έναντι του ιαπωνικού γεν και του αμερικανικού δολαρίου στις ασιατικές αγορές λίγη ώρα αφού ο Λίντνερ ανακοίνωσε περίπου στις 01:00 (ώρα Ελλάδας) ότι το κόμμα αποσύρεται από τις συνομιλίες, αλλά στη συνέχεια ανέκαμψε.
Όμως, η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι του γεν υποχώρησε σε χαμηλό διμήνου στις ασιατικές αγορές μετά την αναπάντεχη αποχώρηση του FDP.
Το γερμανικό βιομηχανικό και εμπορικό επιμελητήριο (DIHK) έκρινε ότι μια παρατεταμένη περίοδος πολιτικής αβεβαιότητας θα ζημιώσει τη γερμανική οικονομία.
«Υπάρχει ο κίνδυνος η δουλειά στα μείζονα θέματα για το μέλλον της χώρας μας να καθυστερήσει για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο», προειδοποίησε ο πρόεδρος του επιμελητηρίου, ο Έρικ Σβάιτσερ.
«Οι γερμανικές εταιρείες πρέπει τώρα να προετοιμαστούν για μια πιθανόν μακρά περίοδο αβεβαιότητας. Αυτό είναι πάντα δύσκολο για την οικονομία».
Σενάρια εκλογών και όχι μόνο
Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης ενδέχεται να έχει επιπτώσεις για πολλά ζητήματα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, από τις μεταρρυθμίσεις στην ευρωζώνη ως την πολιτική της Ε.Ε. έναντι της Ρωσίας και της Τουρκίας.
Τι θα συμβεί μετά την αποτυχία των συνομιλιών;
Με την κατάρρευση των συνομιλιών για σχηματισμό ενός κυβερνητικού συνασπισμού, οι νέες εκλογές θεωρούνται πλέον ο πιο πιθανός δρόμος προς τα εμπρός. Υπάρχουν όμως άλλες εναλλακτικές λύσεις;
Μπορεί να αναβιώσει ο μεγάλος συνασπισμός;
Εκτιμάται πως είναι απίθανο. Το βράδυ των ομοσπονδιακών εκλογών πριν από οκτώ εβδομάδες, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) δεσμεύτηκαν σε αντιπολιτευτικό ρόλο και δεν άλλαξαν τη θέση τους. Άλλωστε, ο Μάρτιν Σουλτς διαμήνυσε ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ήταν έτοιμο για νέες εκλογές ανά πάσα στιγμή.
Επιπλέον, ο αντιπρόεδρος του SPD, Ραλφ Στέγκνερ, κατέστησε σαφές χθες βράδυ μέσω twitter ότι η κατάσταση «δεν θα αλλάξει το αποτέλεσμα της κατάρρευσης των συνομιλιών συνασπισμού».
Μία μειοψηφική κυβέρνηση θα ήταν μια επιλογή;
Όχι, δεν είναι πραγματικά μια επιλογή. Σε πολιτικά προβληματικές περιόδους, θα ήταν δύσκολο για την καγκελάριο Ανκέλα Μέρκελ να μπορέσει να λάβει υποστήριξη από κόμμ ατης αντιπολίτευσης για να περάσει όποια νομοθετική πράξη.
Μια πιθανή συμμαχία μεταξύ του CDU και το FDP θα στερούνταν 29 έδρες για την επίτευξη πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο και ένας συνασπισμός μεταξύ του CDU / CSU και των Πρασίνων θα υπολειπόταν 42 έδρες.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό το μοντέλο, το οποίο είναι αρκετά συνηθισμένο σε άλλες χώρες, δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα σε ομοσπονδιακό επίπεδο στη Γερμανία. Αμέσως μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές, ο καγκελάριος ανακοίνωσε: «Προτίθεμαι να επιτύχω μια σταθερή κυβέρνηση στη Γερμανία».
Σε ποιες περιπτώσεις θα μπορούσαν να γίνουν νέες εκλογές;
Το άρθρο 63 του Συντάγματος της Γερμανίας ή του Βασικού Νόμου προβλέπει το ακόλουθο σενάριο: Ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος πρέπει πρώτα να προτείνει κάποιον για το γραφείο του Καγκελαρίου. Αυτό το πρόσωπο γίνεται καγκελάριος αν περισσότερα από τα μισά μέλη του Bundestag ψηφίζουν γι ‘αυτόν (“πλειοψηφία του καγκελαρίου”).
Εάν η πρόταση του ομοσπονδιακού προέδρου δεν λάβει πλειοψηφία, θα αρχίσει μια δεύτερη φάση ψηφοφορίας. Το κοινοβούλιο της Γερμανίας έχει τώρα δύο εβδομάδες για να καταλήξει σε συμφωνία, με απόλυτη πλειοψηφία, σε καγκελάριο.
Ο αριθμός των ψηφοδελτίων δεν είναι περιορισμένος ούτε ο αριθμός των υποψηφίων. Εάν δεν αποκτηθεί πλειοψηφία καγκελαρίου τις δύο αυτές εβδομάδες, αρχίζει μια τρίτη φάση ψηφοφορίας. Σε αυτόν τον τελευταίο γύρο αρκεί η επίτευξη σχετικής πλειοψηφίας. Ο υποψήφιος που κερδίζει τις περισσότερες ψήφους γίνεται ο καγκελάριος.
Σε αυτό το στάδιο, ο πρόεδρος πρέπει να δράσει και πάλι. Αν κάποιος εκλεγεί μόνο με σχετική πλειοψηφία, ο πρόεδρος μπορεί να τον διορίσει ως καγκελάριος μιας μειονοτικής κυβέρνησης – αλλά μπορεί επίσης να διαλύσει το κοινοβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, οι νέες εκλογές πρέπει να διεξαχθούν εντός 60 ημερών.
