ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Αργυρός
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φραστικά όλοι οι πολιτικοί στη Γερμανία μίλησαν για μια επίθεση στον τρόπο ζωής μας, στην ανεκτικότητα και στη διαφορετικότητα. Θα ήταν πιο ειλικρινές να εξηγήσουν πώς κατανοούν τέτοιους όρους.

Αν δεν ήταν λίγο τρομακτικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και απλώς γραφικό. Ήταν εντυπωσιακό να ακούς εκπροσώπους του σύγχρονου επιθετικού συντηρητισμού στη Γερμανία να ξιφουλκούν υπέρ της ανοιχτής και φιλελεύθερης κοινωνίας. Ακόμα και κάποιους που μέχρι προχθές αποκαλούσαν το Pride «σκηνή τσίρκου». Η επόμενη ημέρα της επίθεσης του 21χρονου ισλαμιστή εναντίον του Christopher Street Day στο Βερολίνο προσφερόταν για εύκολα σχόλια, αναλύσεις και δημόσιες τοποθετήσεις. Χριστιανοδημοκράτες πολιτικοί από τον καγκελάριο Μερτς μέχρι τον Βαυαρό υπουργό Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ και τον δήμαρχο του Βερολίνου Κάι Βέγκνερ έκαναν λόγο για αυτό ακριβώς το μοντέλο της ανεκτικής κοινωνίας, που δέχτηκε επίθεση. Έγιναν ξαφνικά υπέρμαχοί του.

Ακόμα και πολιτικοί που στο παρελθόν έχουν μιλήσει υποτιμητικά για «μικρούς πασάδες» αναφερόμενοι στους μουσουλμάνους γενικώς και προσπαθούν να εφαρμόσουν προγράμματα ολοκληρωτικής παρακολούθησης της κοινωνίας σε συμφωνίες με τον ακροδεξιό ιδιοκτήτη της εταιρείας που διακινεί το πρόγραμμα Palantir. Ο Ντόμπριντ από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να απαλλάξει την αστυνομία από κάθε ευθύνη, λέγοντας πως η επίθεση δεν συνέβη στον καθεαυτό χώρο της εκδήλωσης που είχε υποχρέωση να προστατεύσει, αλλά στο τεράστιο γειτονικό πάρκο. Ζήτησε πάντως αναθεώρηση των μέτρων ασφαλείας για τέτοιες μεγάλες εκδηλώσεις. Μένει να δούμε πώς το εννοεί.

Ο τόνος πάντως στο συντηρητικό στρατόπεδο ήταν παραδοσιακά ο ίδιος όπως πάντα ύστερα από τέτοια περιστατικά. Περισσότερα μέτρα, σκληρότερες ποινές, πιο αυστηρή Δικαιοσύνη. Πράγματι προκαλεί απορίες γιατί ένας σεσημασμένος και καταδικασμένος ισλαμιστής «υπό επιτήρηση» μπόρεσε τελικά να προχωρήσει σε αυτή την αποτρόπαια πράξη. Όμως το πρόβλημα της ριζοσπαστικοποίησης νέων ανθρώπων που γεννιούνται στην Ευρώπη και καταλήγουν να μισούν όλα αυτά που αυτή εκπροσωπεί, έχει αποδειχτεί και στο παρελθόν στη Γαλλία, στο Βέλγιο, αλλά και στην ίδια τη Γερμανία ότι δεν λύνεται με περισσότερη αστυνόμευση και δρακόντειους νόμους.

Σε κοινωνίες που εμφανίζονται ολοένα και πιο διχασμένες, με τους ακραίους, είτε αυτοί είναι ισλαμιστές είτε εθνικιστές, να κερδίζουν διαρκώς νέους οπαδούς, είναι απολύτως υποκριτικό να παρουσιάζονται κάποιοι ως υπέρμαχοι μιας ενότητας και ομοφωνίας, που έχει προ πολλού ραγίσει και υπάρχει περισσότερο σαν «μακέτα». Όπως είναι επικίνδυνο να προσπαθούν να παραβλέπουν την απειλή ακραίων θέσεων υιοθετώντας την πιο light μορφή τους. Το μίσος για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι κάτι που «μοιράζονται» πράγματι ακροδεξιοί εθνικιστές, σύγχρονοι «σταυροφόροι» και φανατικοί του Ισλάμ, άσχετα τώρα αν οι πρώτοι βρήκαν την ευκαιρία να στρέψουν το μίσος τους συνολικά εναντίον κάθε μουσουλμάνου.

Όπως σωστά σχολίασε η εφημερίδα taz από το Βερολίνο, «η ισλαμιστική ιδεολογία δεν έχει το μονοπώλιο του μίσους εναντίον μιας ανοιχτής, ποικιλόμορφης και ζωντανής κοινωνίας. Αυτή η πράξη αποτελεί μέρος μιας ανησυχητικής και πικρής σειράς επιθέσεων». Εκδηλώσεις και μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας έχουν δεχτεί επιθέσεις και από ακροδεξιούς. Όπως έχουν δεχτεί και μουσουλμάνοι πολίτες σε όλη την Ευρώπη. Η γερμανική κοινωνία, όπως και άλλες στην Ευρώπη, δεν αποτελεί πια ένα συμπαγές μόρφωμα με κοινές αξίες και αναφορές. Ούτε θα γίνει τέτοιο αν «διώξουμε τους αλλόθρησκους», όπως γράφουν κάποιοι εκτελεστές του διαδικτύου. Είναι δικαιολογημένη η ανησυχία ότι πράξεις όπως αυτή του Αμπντούλ Β. θα συνεχίζουν να τρέφουν μίσος και να το κάνουν ολοένα και πιο απειλητικό. Οι κούφιες δηλώσεις πίστης πολλών πολιτικών στην ανοιχτή κοινωνία το μόνο που κάνουν είναι να συσπειρώνουν τους φανατικούς εχθρούς της. Οι μόνοι που μπορούν να υπερασπιστούν αυτή τη μορφή ανεκτικής, δημιουργικής, πολύχρωμης συμβίωσης είναι οι ίδιοι οι πολίτες που την πιστεύουν και την απολαμβάνουν καθημερινά. Όχι αυτοί που τη θυμούνται ως «αξία» όταν βλέπουν πόσο την έχουν απαξιώσει.