Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην τηλεοπτική αναμέτρηση που είχαν χθες το βράδυ ο αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών Μ. Σουλτς επέκρινε την Αν. Μέρκελ για την πολιτική ανοιχτών συνόρων που ακολούθησε το 2015, στην κορύφωση της προσφυγικής κρίσης.

Επικριτικός ήταν ο υποψήφιος καγκελάριος και για την πολιτική που ακολουθεί τώρα η κυβέρνηση Μέρκελ έναντι του Τ. Ερντογάν, λέγοντας μάλιστα ότι πρέπει να διακοπούν αμέσως οι συνομιλίες Ε.Ε. – Τουρκίας και να παγώσουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η τηλεοπτική αναμέτρηση, διάρκειας μιάμισης ώρας, μεταδόθηκε από τέσσερα δίκτυα της δημόσιας τηλεόρασης και εκτιμάται ότι την παρακολούθησαν, έστω και εν μέρει, περισσότεροι από 20 εκατομμύρια τηλεθεατές.

Το πρώτο μέρος αφιερώθηκε στην προσφυγική κρίση και τη μεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε., με την Αν. Μέρκελ να υπεραμύνεται της πολιτικής που ακολούθησε το 2015 και τον Μ. Σουλτς να δηλώνει ότι ο ίδιος θα αντιμετώπιζε διαφορετικά την κρίση, θα συζητούσε με όλους τους ηγέτες των χωρών-μελών της Ε.Ε. και θα έβρισκε λύση με την Ουγγαρία, την Πολωνία και τις άλλες χώρες που κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση.

Η ανθρωπιστική καταστροφή

Η Αν. Μέρκελ παρέκαμψε τις επικρίσεις του αντιπάλου της και αναφέρθηκε στον κίνδυνο ανθρωπιστικής καταστροφής που υπήρχε την περίοδο εκείνη, ενώ παράλληλα προσπάθησε να καθησυχάσει τους πολίτες λέγοντας ότι δεν πρέπει να επαναληφθεί η κρίση του 2015 και προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνται οι συμφωνίες της Ε.Ε. με τις αφρικανικές χώρες.

Και στο θέμα της Τουρκίας η πίεση από τον Μ. Σουλτς προς την Αν. Μέρκελ ήταν μεγάλη, καθώς ο πρόεδρος του SPD έθεσε θέμα άμεσης διακοπής όλων των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, λέγοντας ότι μόνον έτσι θα καταλάβει ο Τ. Ερντογάν ότι η Ε.Ε. δεν αστειεύεται, με το πάγωμα των κονδυλίων και τη διακοπή των συζητήσεων για την τελωνειακή σύνδεση.

Από την πλευρά της η Αν. Μέρκελ δήλωσε ότι η ίδια δεν ήταν ποτέ υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., συμπλήρωσε όμως ότι οι συνομιλίες δεν θα πρέπει να διακοπούν καθώς στις τουρκικές φυλακές κρατούνται 12 Γερμανοί πολίτες και η κυβέρνηση κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αφεθούν ελεύθεροι.

Αφησε πάντως ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για το μέλλον των ευρω-τουρκικών σχέσεων, λέγοντας ότι θα μιλήσει με τους άλλους ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών.

Στα θέματα εσωτερικής πολιτικής, η Αν. Μέρκελ επέμεινε στη σφικτή οικονομική πολιτική που ακολουθεί και αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη μείωση της ανεργίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Ξεκαθάρισε ότι δεν θα αυξηθούν άλλο τα όρια συνταξιοδότησης (είναι ήδη στα 67 έτη) και τόνισε ότι όποιος θέλει μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται.

Από την πλευρά του, ο Μ. Σουλτς επανέλαβε τις βασικές προτάσεις του κοινωνικού προγράμματος των Σοσιαλδημοκρατών και κατηγόρησε τους Χριστιανοδημοκράτες για το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών.

Σε ανάλογο μοτίβο κινήθηκε και η αντιπαράθεση για το Dieselgate, για το οποίο θα συγκληθεί κυβερνητική σύνοδος στα τέλη του χρόνου με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των αυτοκινητοβιομηχανιών.

Θετική έκπληξη ή κάποιο μεγάλο λάθος δεν υπήρξε και το ερώτημα τώρα είναι πόσο θα επηρεάσει η τηλεοπτική αναμέτρηση τους ψηφοφόρους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των προηγούμενων τηλεοπτικών αναμετρήσεων της Αν. Μέρκελ με τον Π. Στάινμπρουκ (το 2013), τον Φ.- Β. Σταϊνμάγερ (το 2009) και τον Γκ. Σρέντερ (το 2005), οι Σοσιαλδημοκράτες υποψήφιοι κέρδιζαν τη συμπάθεια του τηλεοπτικού κοινού και στις αμέσως επόμενες δημοσκοπήσεις τσιμπούσαν μέχρι και τρεις μονάδες, όμως στις κάλπες υποχωρούσαν στα ποσοστά που τους έδιναν οι δημοσκοπήσεις πριν από το ντιμπέιτ.

Οι μετεκλογικές εξελίξεις

Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά CDU/CSU από το SPD (14 μονάδες σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Forsa και 17 μονάδες σύμφωνα με το Ινστιτούτο Infratest Dimap) θεωρείται απίθανο να ανατραπεί στις τρεις εβδομάδες που απομένουν μέχρι τις κάλπες.

Το εκλογικό αποτέλεσμα όμως μπορεί να καθορίσει τις μετεκλογικές εξελίξεις, καθώς η Αν. Μέρκελ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με το FDΡ, όπως την περίοδο 2009-13, αν και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων θα είναι μικρή για την κυβέρνηση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι Σοσιαλδημοκράτες. Εάν τα ποσοστά τους υποχωρήσουν κι άλλο κάτω από τις 24 μονάδες που είχαν πάρει το 2013, οι εσωτερικές πιέσεις προς την ηγεσία του Μ. Σουλτς να μη συμμετάσχει σε μια νέα κυβέρνηση υπό την Αν. Μέρκελ θα ενταθούν.

Στην περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο με του Π. Στάινμπρουκ, τον οποίο αμέσως μετά διαδέχτηκε ο Ζ. Γκάμπριελ, έντονες προδιαγράφονται και οι αντίρροπες πιέσεις, προκειμένου να συνεχίσουν οι Σοσιαλδημοκράτες να συμμετέχουν στην κυβέρνηση.

Στην πρώτη μέτρηση που έγινε για την τηλεοπτική αναμέτρηση (στο πρώτο μέρος) από το Ινστιτούτο Ιnfratest Dimap, σε δείγμα 1.000 τηλεθεατών, η Αν. Μέρκελ κέρδισε σε εμπιστοσύνη το 47%, σε συμπάθεια το 46% και σε πειθώ το 44%.

Αντιστοίχως ο Μ. Σουλτς είχε 26% στην εμπιστοσύνη, 26% σε συμπάθεια και 32% στην πειθώ. Το 78% τον έκρινε ορεξάτο για επίθεση, αλλά ως προς τη συγκρότηση των απαντήσεών του πήρε 18%.