«Αν είμαστε ενωμένοι, μπορούμε να πετύχουμε πράγματα. Η έκβαση μας γεμίζει αισιοδοξία πως μπορούμε να πετύχουμε ακόμη πιο σημαντικά πράγματα στο μέλλον». Αυτά είπε ο επικεφαλής των Δημοκρατικών και πρόεδρος της Γερουσίας, Τσακ Σούμερ, σε συνέντευξή του το Σάββατο στο The Associated Press λίγο μετά την έγκριση του πακέτου του 1,9 τρισ. δολαρίων για την ενίσχυση της οικονομίας από τις συνέπειες της πανδημίας. Μια μάλλον υπεραισιόδοξη οπτική που δείχνει να μη λαμβάνει υπόψη της τις σκιές που άφησε η όλη διαδικασία και σίγουρα δεν προδιαγράφουν ένα λαμπρό μέλλον.
Ας ξεκινήσουμε ωστόσο από τα θετικά της ιστορίας. Το πακέτο με την ονομασία «Αμερικανικό σχέδιο σωτηρίας» και το οποίο η χώρα «χρειάζεται απεγνωσμένα», όπως σχολίασε ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν χαιρετίζοντας την υπερψήφισή του, αναμένεται να υλοποιηθεί άμεσα αφού υποβληθεί αύριο Τρίτη σε νέα ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων στη νέα του μορφή.
Κατόπιν, προς το τέλος του μήνα, οι περισσότεροι Αμερικανοί θα αρχίσουν να λαμβάνουν βοήθημα 1.400 δολαρίων σε μορφή επιταγής. Η καταβολή των επιδομάτων ανεργίας θα συνεχιστεί ώς τον Σεπτέμβριο.
Περίπου 350 δισ. θα διανεμηθούν σε Πολιτείες και δήμους και άλλα 130 για την ασφαλή επαναλειτουργία των σχολείων. Αλλα 49 δισ. θα διατεθούν για τις έρευνες και την επέκταση των διαγνωστικών τεστ για τον κορονοϊό και άλλα 14 δισ. για τους εμβολιασμούς. Εχουν προβλεφθεί επίσης κονδύλια για την ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων και για τις συγκοινωνίες.
Ωστόσο, η ψηφοφορία του Σαββάτου σηματοδότησε και την πρώτη προσγείωση της κυβέρνησης Μπάιντεν στη σκληρή πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τις προσδοκίες της για συναίνεση και συνεργασία με τους Ρεπουμπλικανούς στη διαιρεμένη Γερουσία.
Ούτε ένας Ρεπουμπλικανός δεν βρέθηκε να ψηφίσει υπέρ του πακέτου για το οποίο είχε ήδη αποφασιστεί να χρησιμοποιηθεί η λεγόμενη «μέθοδος της συμφιλίωσης» που επιτρέπει την έγκριση ενός νομοσχεδίου με απλή πλειοψηφία αντί για την ενισχυμένη 60-40.
Κι αν δεν μπόρεσε να επιτευχθεί μια ελάχιστη σύγκλιση σε ένα πακέτο οικονομικής ενίσχυσης που «χρειάζεται απεγνωσμένα η χώρα», πόσες ελπίδες μπορεί να τρέφει κανείς για άλλα επίμαχα νομοσχέδια για τα οποία ήδη αντιδρούν έντονα οι Ρεπουμπλικανοί, όπως αυτό για τον εκλογικό νόμο ή το πακέτο για την ανανέωση των υποδομών;
Την ίδια στιγμή βγήκαν στην επιφάνεια όλες οι αντιφάσεις εντός του Δημοκρατικού Κόμματος. Εφτά Δημοκρατικοί γερουσιαστές καταψήφισαν την πρόταση του Μπέρνι Σάντερς να συμπεριληφθεί στο πακέτο του 1,9 τρισ. τροπολογία για την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια.
Τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο προκάλεσε ο «κεντρώος» γερουσιαστής της Δυτικής Βιρτζίνια, Τζο Μάντσιν, ο οποίος απειλούσε να καταψηφίσει το νομοσχέδιο αν δεν μειωνόταν -όπως κι έγινε τελικά- το εβδομαδιαίο επίδομα ανεργίας στα 300 από τα 400 δολάρια που προβλεπόταν αρχικά. Σε μια Γερουσία όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι 50-50, ο Μάντσιν αναμένεται να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο κόμμα του και στην κυβέρνηση Μπάιντεν. Και μάλλον δεν θα είναι ο μόνος.
