Η αλγεινή αίσθηση που έχουν προκαλέσει σε Αμερική και Ευρώπη οι νέες αντιφατικές δηλώσεις Τραμπ για τη φερόμενη παρέμβαση της Μόσχας στις προεδρικές του 2016, η χθεσινή άρση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης στην Τουρκία μετά από δυο χρόνια, η παραίτηση του Βρετανού υπουργού εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον με φραστικά πυρά εναντίον της Τερέζα Μέι, καθώς και οι δηλώσεις του τέως Αμερικανού προέδρου Ομπάμα για τον κίνδυνο επιστροφής του πλανήτη στον αυταρχισμό και την μη ανεκτικότητα, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του «Ο Τζόνσον επιτίθεται στο “μίζερο” σχέδιο του Brexit» και στο κύριο άρθρο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι ο Μπόρις Τζόνσον εκμεταλλεύθηκε τη χθεσινή ομιλία του, λίγα 24ωρα μετά την παραίτησή του, κατά την οποία εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της Τερέζα Μέι, τονίζοντας ότι «δεν είναι αργά για να διασωθεί το Brexit» αν και όπως τονίζει η εφημερίδα δεν προχώρησε σε πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης Μέι.
Αργά χθες το βράδυ, η Βρετανίδα πρωθυπουργός προειδοποίησε για μια ακόμη φορά τους «αντάρτες» βουλευτές του κόμματός της για τον κίνδυνο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Για το ίδιο θέμα ο Independent γράφει στον τίτλο του «Ο Μπόρις χαρακτηρίζει το Brexit της Μέι μια “δημοκρατική καταστροφή” για να προσθέσει πως “δεν είναι ακόμη αργά για τη Βρετανία να αλλάξει στάση στο επίμαχο αυτό ζήτημα».
Στη Γαλλία, η Le Monde φιλοξενεί στο πρωτοσέλιδό της φωτογραφία από την προχθεσινή ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα στο Γιοχάνεσμπουργκ με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νέλσονα Μαντέλα, ο οποίος επισήμανε «τον κίνδυνο επιστροφής του πλανήτη στον αυταρχισμό και τη μη ανεκτικότητα σε ένα κόσμο χωρίς ορόσημα» όπως χαρακτηριστικά είπε.
Η Le Figaro έχει πρωτοσέλιδο τίτλο «Τα διπλωματικά ζιγκ-ζαγκ του Τραμπ προκαλούν σύγχυση» με το σχετικό ρεπορτάζ να υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι «η διαρκής αλλαγή στάσης του Αμερικανού προέδρου αναφορικά με το ζήτημα της φερόμενης ρωσικής παρέμβασης στις προεδρικές εκλογές του 2016 είναι ακατανόητη τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ΗΠΑ».
Στη Γερμανία, για το ίδιο θέμα η Neue Osnabrücker Zeitung αναφέρεται στην επίμαχη φράση του Αμερικανού προέδρου κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Πούτιν για τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές, την οποία ο Τραμπ απέδωσε σε εκ παραδρομής λάθος. «Ποιος το πιστεύει αυτό;» διερωτάται η εφημερίδα. «Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι έκανε ένα γλωσσικό λάθος. Προφανής δικαιολογία που δεν απαντά στο ερώτημα τι σκέφτεται πραγματικά. Αντιθέτως καταδεικνύει απλώς ότι τελεί υπό ασφυκτικές πιέσεις από το κόμμα του αλλά και από τους συμβούλους του στο Λευκό Οίκο. Ακόμη και ηγετικά στελέχη των Ρεπουμπλικανών βλέπουν πλέον τον Τραμπ ως κίνδυνο για την ασφάλεια της χώρας».
Η Rheinpfalz από την πλευρά της γράφει ότι «Μέχρι τις 6 Νοεμβρίου θα κριθεί εάν οι Αμερικανοί θα βάλουν τέλος στη διακυβέρνηση Τραμπ, ενισχύοντας τη διάκριση εξουσιών μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου. Εάν δεν το κάνουν, τότε ο παθολογικός ψεύτης έχει πολύ καλές πιθανότητες επανεκλογής το 2020».
Παραμένοντας στο γερμανικό Τύπο, η FAZ σχολιάζει: «Τα δυο χρόνια έκτακτης ανάγκης έχουν ανοίξει βαθιές πληγές στην Τουρκία και άλλαξαν ριζικά την τουρκική κοινωνία. Διότι έγιναν πολλά πράγματα που παλαιότερα ήταν αδιανόητα: τα ατομικά δικαιώματα περιορίστηκαν δραστικά, μέσα ενημέρωσης και μη κυβερνητικές οργανώσεις απαγορεύτηκαν, επιχειρήσεις έκλεισαν, περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους ενώ ένα πρωτοφανές κύμα συλλήψεων γέμισε τις φυλακές.
»Οι άνθρωποι αισθάνονται φοβισμένοι και ανασφαλείς. Διότι οι συλλήψεις ήταν αυθαίρετες και το τουρκικό κράτος αντέστρεψε το βάρος απόδειξης: πλέον δεν έπρεπε η Δικαιοσύνη να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου, αλλά ο κατηγορούμενος έπρεπε να πείσει το πανίσχυρο κράτος για την αθωότητά του.
»Ακόμη και με το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης οι άνθρωποι δεν θα αισθάνονται πλέον ελεύθεροι όπως πρώτα. Σε αυτό συμβάλει και η νέα νομοθεσία η οποία δίνει συνέχεια σε όσα αποφάσισε στη βάση διαταγμάτων ο πρόεδρος κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Υπάρχει όμως ελπίδα ότι η άλλοτε ζωντανή τουρκική κοινωνία είναι αρκετά δυνατή για να ξεπεράσει τη θλιβερή αυτή φάση».
Στην Ελβετία η εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung σχολιάζει για το ίδιο θέμα: «Με δεδομένη την παντοδυναμία του, ο Ερντογάν δεν χρειάζεται πλέον την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τότε όμως γιατί προχωρά στην ψήφιση νόμου που διασφαλίζει ότι ‘ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας θα συνεχιστεί ενώ κρατικοί υπάλληλοι θα μπορούν να απολύονται μαζικά’;
»Πολύ απλά: ο Ερντογάν πρέπει να διασφαλίσει την παραμονή στην κυβέρνηση του εθνικιστικού κυβερνητικού του εταίρου, γνωρίζοντας την ίδια ώρα ότι οι μισοί πολίτες είναι εναντίον του. Για να ικανοποιήσει τους ακροδεξιούς, θα συνεχίσει την εθνικιστική πορεία που χάραξε το 2015. Αυτό σημαίνει πρωτίστως τη συνέχιση του αγώνα κατά των εξεγερμένων Κούρδων.
»Στους υπόλοιπους πολίτες πρέπει να δείξει ότι και μελλοντικά δεν μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς καθώς χρειάζεται πραγματικούς και φανταστικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό προκειμένου να συντηρεί το κλίμα του φόβου και το κυνήγι των μαγισσών» καταλήγει το δημοσίευμα.
Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post γράφει στον τίτλο της «Ο Τραμπ εκτιμά ότι η Ρωσία δεν στοχεύει πλέον τις ΗΠΑ» και στο κύριο άρθρο αναφέρει ότι για τρίτο συνεχόμενο 24ωρο ο Αμερικανός πρόεδρος αμφισβήτησε την ρωσική ανάμιξη στις προεδρικές του 2016.
Στο έτερο πρωτοσέλιδο άρθρο της, η εφημερίδα έχει τίτλο «Αμερικανοί αξιωματούχοι στο σκοτάδι για τις συνομιλίες (Τράμπ) με τον Πούτιν» και επισημαίνει ότι ο Ρώσος πρεσβευτής στις ΗΠΑ, Ανατόλι Αντόνοφ, ανέφερε ότι στη διάρκεια της συνάντησης των δυο ανδρών έκλεισαν «πολλές προφορικές συμφωνίες». Ωστόσο, διευκρινίζει ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δήλωσαν άγνοια για το τι συμφώνησε με τον Πούτιν ο Τραμπ σ΄ ό,τι αφορά στην εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
