Λίγο ετεροχρονισμένα δημοσιεύουμε σήμερα ένα πάντα επίκαιρο ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για τα Χριστούγεννα, που μετέφρασε και παραχώρησε στην «Εφ.Συν.» ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Νίκος Τζαβάρας. Το ίδιο άλλωστε είχε κάνει και πέρυσι τέτοιες ημέρες με ένα άλλο εξαιρετικό ποίημα του μεγάλου δημιουργού. Το ποίημα αυτό έγραψε ο Μπρεχτ το 1926, όταν ήταν 28 χρόνων.
H καλή νύχτα
Η μέρα, πριν απ’ εκείνη / που θα γεννιόταν για τον κόσμο ο μεγάλος Χριστός,
ήταν σκληρή, μέσα στο χάος και δίχως λογική.
Δίχως σκέπη οι γονείς του / τρόμαζαν μπροστά στη γέννησή του / που την περιμέναν προς το βράδυ.
Γιατί η γέννησή του τους έβρισκε στην κρύα εποχή.
Κι όμως ήρθε και τους έδωσε χαρά πολλή.
Ο στάβλος που στο τέλος βρήκαν / ήταν ζεστός καθώς είχαν πιάσει βρύα οι ρωγμές,
και πάνω στην πόρτα ήτανε με κιμωλία χαραγμένο / πως ο στάβλος κατοικούνταν και ήταν πληρωμένος.
Κι έτσι παρ’ όλα αυτά η νύχτα έγινε καλή.
Τ’ άχυρα ήταν πιο ζεστά απ’ ό,τι περιμέναν.
Το βόδι και ο γάιδαρος ήταν κι αυτοί παρέκει / ώστε όλα να ‘ναι καθώς πρέπει.
Και η φάτνη έμοιαζε ωσάν μικρό περβάζι / όπου ο παραγιός έβαζε κρυφά ένα ψάρι.
(Γιατί έπρεπε στη γέννα του μεγάλου Χριστού / όλα να γίνονται κρυφά και πονηρά).
Ομως το ψάρι που ‘φτανε για όλους ήτανε μοναδικό / και η Μαρία χαμογελούσε όταν ο άντρας της ανησυχούσε.
Και προς το βράδυ έπεσε ακόμη και ο αέρας / που δεν ήταν τόσο κρύος όπως θα ‘πρεπε να είναι
κι ήταν την ίδια νύχτα σαν νοτιάς.
Και έτσι ο στάβλος ήτανε ζεστός και το παιδί ήτανε πολύ ωραίο.
Και δεν έλειπε σχεδόν τίποτε πια / και να που ‘φτασαν και οι Τρεις οι Βασιλιάδες.
Η Μαρία και ο Ιωσήφ ήταν πολύ ευχαριστημένοι, / και ευχαριστημένοι πλάγιασαν να κοιμηθούν.
Περισσότερα δεν είχε ο κόσμος για να δώσει στον Χριστό.
