Το «Ανοιχτό βιβλίο», για τέταρτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).
Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι, έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά―διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.
Μετά τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Κώστα Κατσουλάρη, την Κάλλια Παπαδάκη, την Ελένη Γιαννακάκη, τον Νίκο Δάββέτα, την Ελενα Μαρούτσου, τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, τον Βασίλη Τσιαμπούση, τον Κώστα Περούλη, τoν Παναγιώτη Κεχαγιά και την Μαρία Ιωάννου, ο Αλεξής Σταμάτης ολοκληρώνει την καλοκαιρινή διηγηματογραφική μας διαδρομή. Καλό φθινόπωρο λοιπόν, ραντεβού και πάλι το επόμενο καλοκαίρι με νέες ιστορίες.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Είμαι ο ήρωας αυτής της ιστορίας. Πώς μοιάζει ένας ήρωας; Mια ωραία φυσιογνωμία… Τέρενς Σταμπ –θα μπορούσε…
Εγώ ωστόσο, φίλοι μου, αυτό το κοινό πρόσωπο διαθέτω, αυτά τα σκοτεινά μάτια, αυτές τις βαθιές ρυτίδες, αυτή την πλακουτσωτή μύτη.
Μ’ αυτή τη φάτσα έχω γυρίσει ολόκληρο τον κόσμο, με αυτή έχω γράψει όλα μου τα βιβλία. Μ’ αυτή γυρνάω πια πίσω.
Να ’μαι τώρα στη θέση μου. Εδώ και ώρα, αναταράξεις. Ξαφνικά, όταν φώτα σβήνουν. Εμφανίζεται η Αεροσυνοδός: «Πρόκειται να κάνουμε μια αναγκαστική προσγείωση. Μην ανησυχείτε, συμβαίνει σε αυτή τη διαδρομή».
Το σκάφος κατεβαίνει απότομα. Διακρίνεται η θάλασσα κι ένας γκρίζος όγκος: ένα νησί. Το αεροπλάνο κατεβαίνει. Διακρίνω μια γιγαντιαία βυζαντινή εκκλησία, δεκαπέντε φορές σαν την Αγία Σοφία. Εξω ήλιος λαμπρός. Καλοκαίρι φουλ.
Το αεροπλάνο προσγειώνεται με άνεση, ακριβώς μπροστά στην εκκλησία. Στην είσοδο είναι μαζεμένος κόσμος πολύς – μαζί με πυροσβεστικά, ασθενοφόρα και περιπολικά.
Στέκομαι στην άκρη της πλαστικής τσουλήθρας, σκύβω κι αφήνω το σώμα μου να κυλήσει. Η Αεροσυνοδός με οδηγεί στην είσοδο του ναού.
«Μην ανησυχείτε κύριε Πασχάλη, το πρωί μπορείτε να ξαναφύγετε», λέει και μου βάζει κρυφά στο χέρι ένα χαρτάκι.
Μπαίνω στην εκκλησία. Στο εσωτερικό ένας τεράστιος σταθμός, μνημειώδης, σαν νεκρόπολη. Αφόρητη ζέστη. Στο κέντρο είναι σταματημένες τρεις αμαξοστοιχίες.
Κάθε βαγόνι έχει δώδεκα ορόφους, η οροφή του τρένου, μοιάζουν σαν επιμήκεις πολυκατοικίες στημένες σε ράγες. Από τη θολωτή οροφή, μας κοιτάζει σκαιός ο Παντοκράτορας.
Ανοίγω τη χούφτα μου. Το ραβασάκι της Αεροσυνοδού είναι ένα εισιτήριο που γράφει BEACH.
Ψάχνω τις αποβάθρες, κάθε μια έχει και άλλο όνομα σε διαφορετική γλώσσα, ευτυχώς παντού υπάρχει η αγγλική μετάφραση. HOME, FATHER, FATE, WIFE, CHILDHOOD…
Ξαφνικά ακούω τo όνομά μου: «Αλέξανδρε!» Από το παράθυρο του έβδομου ορόφου του βαγονιού μιας αμαξοστοιχίας βλέπω ένα χέρι να κουνιέται ζωηρά.
Στην οροφή της υπάρχει μια επιγραφή «Destination BEACH». Μπροστά μου μια μεταλλική σκάλα κινδύνου. Ανεβαίνω.
Την στιγμή που ακουμπώ το παράθυρο, ακούω τη σφυρίχτρα του τρένου. Είναι ένα σεπαρέ, στους τοίχους κρέμονται βελούδινες κουρτίνες.
Μέσα, ένας νάνος με ολοστρόγγυλο πρόσωπο, γυμνασμένος. Εκείνη τη στιγμή η αμαξοστοιχία ξεκινάει. Γαντζώνομαι στον τοίχο του βαγονιού, ενώ πλησιάζουμε επικίνδυνα το τόξο ενός λίθινου τούνελ.
Ο νάνος με αρπάζει απ’ το χέρι και τελευταία στιγμή με τραβάει μέσα. Λιποθυμώ.
Συνέρχομαι στον ήχο της σειρήνας του τρένου που σταματά και ταυτόχρονα, από πίσω μου, ακούω μια γυναικεία φωνή. Είναι η Αεροσυνοδός.
Με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί σ’ ένα μεγάλο σιδερένιο ασανσέρ. Κατεβαίνουμε και βρισκόμαστε σε μια αχανή παραλία με φοίνικες.
«Τι είναι εδώ;» ρωτάω.
«Η BEACH, ο προορισμός σας; Α, ο κύριος διευθυντής».
Ενας ψηλός με μουστάκι με χαιρετά.
«Τιμή μας, κύριε Πασχάλη. Σας έχουμε οργανώσει κάτι μικρό πριν ξεκουραστείτε. Συγνώμη, έχουμε μια διακοπή ρεύματος, θα αποκατασταθεί σύντομα. Το κλειδί σας. Νο […] Οσο και η ηλικία σας, έτσι;»
Καθόμαστε στο μεγαλύτερο τραπέζι. Στα υπόλοιπα κάθονται άγνωστοί μου άνθρωποι. Ο διευθυντής βγάζει ένα λογύδριο προς τιμήν μου.
«Και τώρα, λίγη διασκέδαση. Η φοβερή Μινού!» λέει. Μέσα απ’ τη θάλασσα, εμφανίζεται μια μελαχρινή γυναίκα στα κόκκινα.
Μαζί της δυο μουσικοί που παίζουν μια παράξενη μελωδία ενώ η γυναίκα λικνίζεται στο φως των κεριών, βγάζοντας ένα ένα τα ρούχα της.
Οταν πλέον είναι με τα εσώρουχα, με πλησιάζει και με κοιτάζει κατάματα. Υστερα αρχίζει και στριφογυρίζει γύρω από τον άξονά της στην αρχή αργά και στη συνέχεια όλο και πιο γρήγορα.
Ξαφνικά, η μουσική σταματάει κι η γυναίκα επιβραδύνει – είναι πλέον εντελώς γυμνή.
Ο κιθαρίστας παίζει, η γυναίκα σηκώνει τα χέρια ψηλά και σωριάζεται στο έδαφος.
«Γιατρός!» ακούγεται μια φωνή. Από το πλήθος πετάγεται ένας ψηλός.
Σκύβει, της παίρνει τον σφυγμό. «Είναι νεκρή», λέει και υπογράφει σ’ ένα βιβλίο.
«Μα πώς;» ρωτάω τον διευθυντή, που μοιάζει ατάραχος.
«Δεν είναι σπουδαίο νούμερο; Και σκεφθείτε, χωρίς τον σωστό φωτισμό!»
«Αφού…» ψελλίζω.
«Α, δεν τέλειωσε ακόμα!»
Στο μεταξύ μεταφέρουν τη γυναίκα πάνω σ’ ένα τραπέζι. Οι μουσικοί, ψύχραιμοι, ξαναρχίζουν μια μελωδία.
Ξάφνου ο κιθαρίστας δείχνει προς το μέρος της γυναίκας. Εκείνη τεντώνεται, ρίχνει τα μαλλιά της πίσω και πηδάει από το τραπέζι.
Η μουσική επανέρχεται κι η γυναίκα, ολόγυμνη, αφήνεται σ’ έναν φρενήρη χορό. Στο τέλος υποκλίνεται, ενώ το πλήθος την αποθεώνει.
Ο διευθυντής καλεί τη γυναίκα στο τραπέζι μου. Εχει ρίξει ένα σάλι πάνω της.
«Δεν είναι υπέροχη; Μινού, συνόδευσε τον κύριο Πασχάλη στην καμπάνα του» λέει ο διευθυντής.
Είμαι ζαλισμένος. Η παραλία φωτίζεται με πυρσούς. Φτάνουμε στο Νο […] Mια επιγραφή με ψηφιακά γράμματα: LAPIHAS. «Τ’ όνομά σου» λέει η Μινού.
«Οχι» απαντώ. Η Μινού πατάει ένα κουμπί δίπλα στην επιγραφή. Τα γράμματα αναδιατάσσονται: PASHALIS
Ανοίγω. Ενα κρεβάτι, ένα γραφείο, μια τηλεόραση. Στο μέσον του δωματίου, το λαπ τοπ μου. Η Μινού με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στο κρεβάτι.
Μπαίνω μέσα της αργά. Τη στιγμή που λύνονται οι αρμοί μου, ξαφνικά ακούω κάτι σαν κεραυνό. Ολα ασπρίζουν, καταυγάζουν, χάνονται.
Κλείνω τα μάτια κι όταν τα ξανανοίγω, το δωμάτιο είναι φωτισμένο άπλετα. Στο κρεβάτι κανείς. Πίσω η τηλεόραση παίζει.
Μια γυναίκα που μοιάζει πολύ με την Αεροσυνοδό εκφωνεί ειδήσεις σε μια παράξενη γλώσσα
«Aero-ungluck, Troupes policezei searchent chalasmawreck in le gebirgebeach. Noiente Lifevie».
Πλάνο ενός φτερού αεροπλάνου μισοθαμμένου στην παραλία.
Tο σήμα των Windows. Το λαπ τοπ έχει ανοίξει αυτόματα στο αρχείο όπου γράφω το βιβλίο μου.
«Afterpres Lebenvie»
diete A.Lapihas
Είμαι ο ήρωας αυτής της ιστορίας. Πώς μοιάζει ένας ήρωας; Mια ωραία φυσιογνωμία… Τέρενς Στάμπ –θα μπορούσε…
Κάθομαι στην καρέκλα, και συνεχίζω την πληκτρολόγηση.
Εγώ ωστόσο, φίλοι μου, αυτό το πρόσωπο διαθέτω, αυτά τα σκοτεινά μάτια, αυτές τις βαθιές ρυτίδες, αυτή την πλακουτσωτή μύτη…
Σημείωση: Μέρος του κειμένου αποτελεί ελεύθερη διασκευή κάποιων σκηνών από το σενάριο του Φεντερίκο Φελίνι «Το ταξίδι του Μαστρόνα» που δεν γυρίστηκε ποτέ.
Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Σταμάτη είναι το μυθιστόρημα «Το βιβλίο της βροχής» (Καστανιώτης, 2015).
▣ Οι Εκδόσεις Πόλις, μας ενημέρωσαν ότι η αμετάφραστη στα ελληνικά ερεθιστική νουβέλα του πρωτοεμφανιζόμενου Μαξ Πόρτερ «Grief is the Thing with Feathers», που παρουσιάσαμε στο Ανοιχτό Βιβλίο το περασμένο Σάββατο (Σταυρινή Ιωαννίδου, «Η θλίψη μας είναι μαύρο πουλί…», 17-18/9/2016) έχει ενταχθεί στα εκδοτικά του σχέδια για το 2017 (σε μετάφραση Ιωάννας Αβραμοπούλου). Ευχάριστη είδηση…
