Σελίδες της Τετάρτης
Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
≈≈≈≈≈
Το 1942 παραλάβαμε για φύλαξη τα έπιπλα γραφείου του παππού μου, που ζούσε ακόμα στη Θεσσαλονίκη. Τα κρατήσαμε στο δωμάτιο όπου κοιμόμουν για έξι χρόνια. Οι ξύλινες εκείνες παλιές βιβλιοθήκες με τα διπλά γυάλινα φύλλα ήταν μια μυστηριακή αποθήκη τυπωμένου χαρτιού, γεμάτη θησαυρούς που δεν έπρεπε να αγγίζουμε εμείς τα παιδιά.
Εγώ τις εξερευνούσα στα κρυφά, ιδίως στο κάτω τους μέρος, το απέξω αθέατο, με ανάκατα στοίβες βιβλίων και χαρτιών. Η σεβαστή επιστήμη του παππού μου ήταν κάτι ερμητικά ασύλληπτο κι απωθητικό.
Μπλεγμένα όμως ακατάστατα ανάμεσα στα σοφά βιβλία του, υπήρχαν τα ελαφρά μυθιστορήματα της γιαγιάς μου, μια άλλου τύπου πηγή γνώσης. Υποσυνείδητα εκείνη τη βιβλιοθήκη, με το τόσο ανακατεμένο περιεχόμενο, θα μιμούμουν αργότερα όταν άρχισα με τη σειρά μου να μαζεύω βιβλία.
Αν γυρίσω πίσω στον χρόνο, πριν καν μάθω ανάγνωση, μουντζούρωνα με ξυλομπογιές τα προπολεμικά βιβλία των γονιών μου, σε εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Το 1946, όταν ήμουν στην τρίτη τάξη του Δημοτικού, φόρεσα γυαλιά μυωπίας και οι συμμαθητές μου με φώναζαν «γέρο». Ενιωθα φρικτά ταπεινωμένος, κι ο πιο άμεσος τρόπος για να μεταφερθώ σε κατάσταση ονείρου ήταν να χωθώ μέσα στα βιβλία.
Λάτρεψα τα βιβλία σαν ιερά αντικείμενα, ακόμα και τα σαχλά εκείνα «παιδικά», τότε ο κανόνας. Υπήρξαν κι εξαιρέσεις όπως Το θαυμαστό ταξίδι του μικρού Νιλς Χόλγκερσον με τις αγριόχηνες της Σέλμα Λάγκερλεφ, που βρίσκεται πάντα πρόχειρο στη βιβλιοθήκη για τυχαία διαβάσματα, το πιο σπουδαίο ίσως δώρο που μου έγινε ποτέ. Το ταξίδι του Νιλς πάνω από την πατρίδα του με συντροφιά τις χήνες ήταν ένα κάλεσμα για φυγή που αργότερα θα ένιωθα πολύ έντονα στη ζωή μου.
Ας προσθέσω ακόμα δύο ξεχωριστά βιβλία. Τον Τρελλαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα, που μου πέρασε εκείνη την αισιόδοξη αποδοχή της ζωής που στηρίζεται σε έναν ανέμελο αναρχισμό, που πάντα με συγκινούσε.
Μαζί του και τα Μυστήρια του Κνουτ Χάμσουν, που ανήκε στη γιαγιά μου Μαριάνθη και το υπεξαίρεσα κρυφά από τη βιβλιοθήκη του παππού μου. Αυτό πρόσθεσε μιαν άλλη διάσταση, εκείνη του μοναχικού ήρωα, στα πρώτα μου ερωτικά σκιρτήματα όταν θα έφτανα στην εφηβεία.
Μεγάλωνα έτσι μαζί με τα βιβλία. Τα καμάρωνα, τα χάιδευα, τα μύριζα και ξόδευα όλο το ταπεινό μου χαρτζιλίκι για να τα αποκτήσω. Παράλληλα αγόραζα βιβλία σε εβδομαδιαία φυλλάδια από το περίπτερο, περιμένοντας υπομονετικά πότε θα ολοκληρωθεί ο τόμος για να τον παραλάβω δεμένο. Κύρια πηγή βιβλίων για διάβασμα ήταν η δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου μου, που εξερευνούσα πιθαμή προς πιθαμή. Χρόνια πολλά μετά, όταν ο γιος μου πήγαινε στο ίδιο σχολείο, επισκέφθηκα εκείνη τη βιβλιοθήκη κι έψαξα στα ράφια κρυφά να αναγνωρίσω κάποιους έστω από εκείνους τους παλιούς έρωτες. Μάταια, βέβαια.
Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Εφτασα να καταβροχθίζω τρομακτικές ποσότητες λογοτεχνίας, ακόμα και τη νύχτα στα κρυφά, με φακό κάτω από τα σκεπάσματα. Τι ταξίδια ήταν εκείνα, τι προσπάθεια χρειαζόταν για να προσγειωθώ στις ανάγκες της καθημερινότητας. Θυμάμαι, ακόμα και στο Γυμνάσιο, να πλησιάζουν οι εξετάσεις κι εγώ να μην ξεκολλάω από τα μυθιστορήματά μου.
Ο γλωσσικός και ιδεολογικός διχασμός, που μου γεννήθηκε όταν άρχισα να μαθαίνω αγγλικά, πέρασε όχι μόνο στα βιβλία που διάβαζα αλλά και σ’ εκείνα που αγόραζα. Το ιστορικό σημείο καμπής, που ακόμα θυμάμαι με συγκίνηση, ήταν όταν κατάφερα να διαβάσω με μεγάλη προσπάθεια το πρώτο μου «κανονικό», κι όχι διασκευασμένο, βιβλίο στα αγγλικά, το Kidnapped του R. L. Stevenson.
Ηταν μια καινούργια πόρτα που άνοιγε αθόρυβα μέσα στο μυαλό μου και δεν θα ξανάκλεινε ποτέ. Στα λιγοστά προπολεμικά βιβλία του πατέρα μου, χαρτόδετες εκδόσεις Tauchnitz, θα πρόσθετα τις δικές μου αντίστοιχες σειρές, πρώτα με Pocket Books και λίγο αργότερα με Penguins. Από τα πρώτα έχω κρατήσει σαν ιερό κειμήλιο το, σήμερα πια σταχτί, Microbe Hunters του P. de Kruif κι από τα δεύτερα, ανάμεσα σε τόσα, τα βιβλία του Graham Greene και του Evelyn Waugh, έως και πολύ αργότερα, εκείνα του V.S. Naipaul.
Αλλά, τι να λέμε τώρα, έμεινα συναισθηματικά δεμένος με τα ελληνικά βιβλία μου. Φεύγοντας το 1967 από την Ελλάδα, ίσως για πάντα, πήρα μαζί μου τα πιο απαραίτητα: μια μικρή επιλογή διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, τα ποιήματα του Καβάφη και του Σεφέρη σε έκδοση του Ικαρου. Τα έχω ακόμα, με τις τότε σφραγίδες της λογοκρισίας.
Οταν γύρισα πίσω το 1973, είχαν όλα αλλάξει με μένα. Είχα πια μεταμορφωθεί κι εγώ σε επιστήμονα που μεταχειρίζεται τα βιβλία σαν εργαλεία γνώσης. Τα ηρωικά, εκείνα τα ξέφρενα διαβάσματα είχαν σταδιακά μειωθεί ώσπου σχεδόν στέρεψαν με τα χρόνια, καθώς τον περισσότερο καιρό πια έγραφα.
Ομως επιστρέφω πολλές φορές στην ιστορία της ελληνικής αρχαιολογίας, το άλλο μου πάθος, μέσα από το The Greek stones speak του P. MacKendrick, και μ’ αρέσει να ξαναδιαβάζω το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη. Ως εκεί.
Τελευταίο βιβλίο του Δ. Φιλιππίδη είναι η μονογραφία «Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης (1913-1975). Αναφορά στον Ιππόδαμο» (Εκδ. Μέλισσα, 2015).
