«Γεννήθηκα για να κάνω ζωγραφική» έλεγε ο Παναγιώτης Τέτσης, πιστός εραστής του τελάρου από την εφηβεία του μέχρι την τελευταία του πνοή, τα ξημερώματα του Σαββάτου, σε ηλικία 91 ετών.
Κορυφαίος ζωγράφος, εκφραστής του αισθήματος, αλχημιστής του χρώματος, γητευτής του αιγαιοπελαγίτικου φωτός, η τέχνη του είχε ελληνική σφραγίδα. Με τη ματιά του αγκάλιασε το τοπίο της Υδρας όπου γεννήθηκε και της Σίφνου που αγάπησε, τη θάλασσα γαλήνια κι αγριεμένη, την αρχιτεκτονική των σπιτιών, τις καθημερινές σκηνές και τα ταπεινά πράγματα που τον περιέβαλλαν, αλλά και τους ανθρώπους.

Ευγενής και προσιτός, με σπινθηροβόλο βλέμμα και εκφραστικά χέρια, δημιουργικότατος, ο Παναγιώτης Τέτσης ζωγράφιζε σχεδόν καθημερινά, πριν τον καταβάλει ο καρκίνος.
Το σπίτι του στην οδό Ξενοκράτους στο Κολωνάκι ήταν πάντα ανοιχτό για φίλους και μαθητές, τους οποίους υποδεχόταν στο υπόγειο εργαστήρι του και τηρούσε το παραδοσιακό κέρασμα με γλυκό κουταλιού που έφτιαχνε ο ίδιος και καφέ ελληνικό.
Τακτικές ήταν και οι βόλτες του στη γειτονιά, όπου ψώνιζε φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή αγορά, που πρωταγωνιστεί και σε ένα από τα εμβληματικά έργα του, τη «Λαϊκή Αγορά». «Νεαρός, μόλις είχα γυρίσει από τις σπουδές μου στο Παρίσι, είχα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα της λαϊκής, δεν μπορούσα να αντισταθώ στο να τα ζωγραφίσω», μου είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του.

Αγαπητός καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (1976 – 1991), διατηρούσε με αρκετούς μαθητές του επαφές, με τους οποίους μάλιστα ταξίδευαν στις μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού για να ενημερωθούν. Μάλιστα τους συμβούλευε πάντα να «πιστεύουν στη ζωγραφική», να κρατάνε χαμηλές τις τιμές και ψηλά την ποιότητα των έργων, να μην παρασύρονται από την επιτυχία.
Από τη θέση του πρύτανη όπου εξελέγη το 1989 έδωσε σκληρούς αγώνες για να αντιμετωπιστούν τα χρόνια προβλήματα της σχολής, που τότε στεγαζόταν στο Πολυτεχνείο και τα εργαστήρια ασφυκτιούσαν σε ακατάλληλα διαμερίσματα γειτονικών πολυκατοικιών. Ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για να μεταφερθεί η σχολή στις σημερινές, άνετες εγκαταστάσεις στην οδό Πειραιώς.
Γενναιόδωρος, χορτασμένος και ακομπλεξάριστος –έχει χαρίσει έργα του στο Μουσείο Μπενάκη, στο Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Ανδρο κ.α.– το απέδειξε και με την τελευταία του επιθυμία.
Επιτρέπει να πουληθεί το 20% από τους συνολικά 210 πίνακες που έχει δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη προκειμένου με τα έσοδα να αγοραστούν έργα άλλων καλλιτεχνών και να εμπλουτιστεί η συλλογή της.
Η διευθύντρια της Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, υπόσχεται πως η δωρεά του θα παρουσιαστεί σε μια αίθουσα με το όνομά του, όταν ολοκληρωθεί η επέκταση του κτιρίου, ενώ το μνημειακό τρίπτυχό του «Λαϊκή Αγορά» θα υποδέχεται τους επισκέπτες στην είσοδο.
«Εφυγε ικανοποιημένος» λέει το οικογενειακό περιβάλλον του, καθώς έζησε μια ακόμα μεγάλη τιμή. Την απονομή του πρώτου Βραβείου Εικαστικών Τεχνών Γιάννης Μόραλης, που θέσπισε το υπουργείο Πολιτισμού, σε μια συγκινητική τελετή στις 29 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής.
Ο ίδιος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, καθώς νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό» και ο γιος του Αλέξης Τέτσης παρέλαβε το βραβείο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο.
Ο Π. Τέτσης γεννήθηκε στην Υδρα το 1925, ενώ το 1939 η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά, καθώς στο νησί δεν υπήρχε γυμνάσιο. Στη γενέτειρά του όμως επέστρεφε τα καλοκαίρια κι εκεί μυήθηκε στην τέχνη, 15χρονος ακόμα, από τον Γερμανό ζωγράφο και χαράκτη Κ. Φρισλάντερ. Το τοπίο της Υδρας μπολιασμένο με προσωπικά βιώματα ήταν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν.
Απολάμβανε τη γαλήνη που προσφέρει η θάλασσα, το μοναδική φύση και το φως. Ονειρευόταν «μια βάρκα με κουπιά στο ήσυχο παλιό λιμάνι, την οποία δεν απέκτησα ποτέ», έλεγε.
Στο νησί του πήγαινε τους καλοκαιρινούς μήνες και με τους μαθητές του στο παράρτημα της σχολής, το αρχοντικό Τομπάζη, προτρέποντάς τους να δουλέψουν στο ύπαιθρο, μακριά από τον κλειστό χώρο του εργαστηρίου και τα μοντέλα.
Με οικολογικό πνεύμα, υποστήριξε επίσης έμπρακτα τις προσπάθειες που έγιναν για να διατηρηθεί ο παραδοσιακός χαρακτήρας της Υδρας, με τα όμορφα αρχοντικά και τα λαϊκά σπίτια, που απειλούνταν από την οικιστική ανάπτυξη και τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες.
Το ταλέντο του ανακάλυψαν από νωρίς ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης και ο ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, που τον ενθάρρυναν. Ετσι αποφάσισε να σπουδάσει στην Καλών Τεχνών –είχε δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη– ενώ στη συνέχεια με υποτροφία του ΙΚΥ πήγε στο Παρίσι, στην Ecole des Beaux-Arts.
Φανταστείτε την εμπειρία ενός νεαρού τη δεκαετία του ’50, που έχει στα πόδια του τα μεγάλα μουσεία αλλά και τα παλλόμενο μοντερνισμό της εποχής. Μαγεύτηκε από τους μετρ της Αναγέννησης, θαύμασε τους μοντέρνους, ωστόσο δεν τους ασπάστηκε, δεν τους μιμήθηκε.
Ούτε ακολούθησε την τάση που αμφισβητούσε και απέρριπτε την ελληνική παράδοση, όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Παρέμεινε πιστός στις δικές του επιλογές με οδηγό τις αισθήσεις του και την καρδιά του και θεμελίωσε την αδιάκοπη και μοναδική σχέση με τα θέματά του, με στοχασμό, αποφεύγοντας την παγίδα της επανάληψης, ανανεώνοντας διαρκώς τη χρωματική παλέτα του.
Πραγματοποίησε δεκάδες εκθέσεις σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, ίδρυσε τον «Αρμό» μαζί με τους Τσαρούχη, Εγγονόπουλο, Γκίκα, Νικολάου, ενώ για χρόνια συνεργαζόταν με μία μόνο γκαλερί, τις «Νέες Μορφές», καθώς επένδυε στη φιλία και όχι στη σχέση καλλιτέχνη-εμπόρου.
Σεμνός και γήινος ο σπουδαίος ζωγράφος δεν ήθελε καμία σχέση όχι μόνο με τα ηλεκτρονικά αλλά ούτε με τα κινητά –είχε ένα για «ώρα ανάγκης», όπως έλεγε. Προτιμούσε τις χειρωνακτικές δουλειές, να φυτεύει μόνος του λουλούδια στον μικρό κήπο του σπιτιού του, να φτιάχνει ελιές και γλυκό κουμκουάτ, να μαγειρεύει πεντανόστιμα ρεβίθια, ενώ δεν τσιγκουνευόταν τις συνταγές. Γνώριζε και μετέδιδε την τέχνη της ζωής και έλεγε πως αν δεν γινόταν ζωγράφος θα ήθελε να είναι ξυλουργός ή ακόμα και… φούρναρης.
Εκτός όμως από το πινέλο, έπιανε και το μολύβι και το χαρτί για να γράψει τις απόψεις του –που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά– αιχμηρές και επίκαιρες για κάθε θέμα που απασχολεί την κοινωνία, από τον πολιτισμό μέχρι την πολιτική. Ιδιαίτερα τον απασχολούσε η αρχιτεκτονική της Αθήνας.
Ξεχώριζε τα μοντέρνα κτίρια, όπως το Ρεξ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, και απεχθανόταν τα «μαύρα» με τις σκοτεινές γυάλινες προσόψεις.
Κριτίκαρε τη σημερινή κατάσταση της ψεύτικης ευημερίας. Οπως τόνιζε σε παλαιότερη συνέντευξή του στη Σόνια Ζαχαράτου («BΗΜagazino»): «Το λάθος είναι ότι ξοδεύουμε χωρίς να παράγουμε και να εισπράττουμε.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα από τις πιο φτωχές, με πλούσιους κατοίκους. Ακόμη και οι Ελληνες που θα μπορούσαν να κάνουν επιχειρήσεις εδώ για να έχουμε θέσεις εργασίας φεύγουν και ανοίγουν εργοστάσια αλλού, γιατί τους συμφέρει. Κάθε πολίτης φταίει. Ολοι φταίμε».
Τον ενοχλούσε ακόμα η πρόκληση για την πρόκληση στην τέχνη στο όνομα της πρωτοπορίας, όπως και η επίδειξη πλούτου μέσω της αγοράς έργων τέχνης. Πλούτο για τον καλλιτέχνη θεωρούσε την ποιότητα, την τεχνική και το συναίσθημα.
Απέραντος ανθρωπισμός
Εφυγε από τη ζωή ο μεγάλος δάσκαλος του εικαστικού χώρου, αφήνοντάς μας πολύτιμη κληρονομιά το επιβλητικό ζωγραφικό και χαρακτικό έργο του. Σε όσους συνεργαστήκαμε στενά μαζί του, θα μας λείψουν το αδιαπραγμάτευτο ήθος και η αξιοπρεπής σωφροσύνη του.
Ο Τέτσης, σε όλη του τη ζωή, υποστήριξε με διορατικότητα, νηφαλιότητα και τόλμη, χωρίς δισταγμούς και διλήμματα, την αλήθεια της ζωής και τη γαλήνια ενατένισή της. Στην τελευταία μνημειακή έκθεσή του, που επιμελήθηκα το 2015, έδωσα τον τίτλο «Π.Τέτσης. Η αποθέωση του τοπίου. Ζωγραφική 2010-2015». Οταν του το πρωτοανακοίνωσα, μου χαμογέλασε και κλείνοντάς μου το μάτι συμφώνησε με το περιεχόμενό της.
Πράγματι, η τοπιογραφία του δεν εκπέμπει μόνον την ωριμότητα της σοφής του ζωγραφικής έκφρασης, αλλά τον απέραντο ανθρωπισμό και την ακεραιότητα του δημιουργού της.
Ενός ζωγράφου που αναζήτησε μέσα από το χρώμα και το σχέδιο τη λύτρωσή του στο αντάμωμά του με το φως και τη φύση. Ετσι πάντα θα τον θυμάμαι: αμνησίκακο, παθιασμένο, άλλοτε εραστή του ηδονικού χρώματος και άλλοτε του σιωπηλού γκρι που μας παραπέμπει στη στάχτη. Το βαρύμοχθο έργο του δίκαια σημάδεψε την πορεία της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, και το λαμπρό παράδειγμά του -εύχομαι- το πνεύμα των νεότερων ομοτέχνων του.
Τάκης Μαυρωτάς,
διευθυντής Εικαστικού Προγράμματος, Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη
Εργα με γεύση και μυρωδιά
Ο Παναγιώτης Τέτσης ήταν μαζί με τον Γιάννη Μόραλη κυρίαρχες μορφές στην εικαστική σκηνή της χώρας μας μετά τη δεκαετία του ’50 και διαμόρφωσαν γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών. Υπήρξαν και καλοί φίλοι εκτός από συνάδελφοι.
Ο Τέτσης ήταν δάσκαλος της γενιάς του ’80, η οποία επέστρεψε στην παραστατική ζωγραφική. Εμφανίζεται στη δεκαετία του ’50, οπότε έχουμε τους λεγόμενους αμφισβητίες της παράδοσης που αισθάνονται ότι έπρεπε να κατεδαφίσουν τα παλιά. Αντιθέτως, ο Τέτσης έμεινε σταθερός, δεν απομακρύνθηκε από την παραστατική ζωγραφική.
Ζωγράφος του βλέμματος, των αισθήσεων, ενδιαφέρθηκε για τον κόσμο που τον περιβάλλει και τίμησε αυτόν τον κόσμο τον ελληνικό σε όλο του το εύρος, τα νησιά, τη θάλασσα, τα σπίτια, τα δέντρα. Συγγυμνασία αισθήσεων, για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα, με έργα που έχουν γεύση, μυρωδιά, μπορείς να ακούσεις το κύμα…
Η Ελλάδα του Τέτση είναι χρωματιστή, έχει σφρίγος, παλμό και αισιοδοξία. Δεν έχει σκιές και μελαγχολία. Ο ίδιος «έφυγε», αλλά μας άφησε μια αισιόδοξη κληρονομιά γεμάτη από την ομορφιά της Ελλάδας.
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα,
διευθύντρια Εθνικής Πινακοθήκης
