Με αφορμή την τελευταία προεδρική ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα για την «Κατάσταση του Εθνους», την περασμένη Τρίτη στο Κογκρέσο, τόνοι μελάνης (και μπόλικου σίελου, αναμεμειγμένου με λίγα κροκοδείλια δάκρυα για να δέσει το μείγμα ) ξοδεύτηκαν και ξοδεύονται για να περιγραφεί η «κληρονομιά», το «ιστορικό αποτύπωμα» ντε, του απερχόμενου –σε λιγότερο από ένα χρόνο από σήμερα– πρώτου μαύρου ηγέτη των ΗΠΑ.
Αλλωστε οι περισσότεροι κονδυλοφόροι ψιττακοί, είδος που εκτός από τα μέρη μας ενδημεί σε μεγάλους αριθμούς και στην Εσπερία, συμφωνούν πως ο Ομπάμα απέτυχε μεν παταγωδώς να υλοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των ελπιδοφόρων προεκλογικών του υποσχέσεων, τόσο εκείνων του 2008 όσο και εκείνων του 2012, αλλά επιμένουν ότι δεν φταίει τόσο όσο νομίζουμε: προσπάθησε, λένε, ο καημένος να αλλάξει τα πράγματα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί τον εμπόδισαν οι κακοί Ρεπουμπλικάνοι…
Πρόκειται, φυσικά, για ένα κολοσσιαίο ψέμα: ελάχιστοι πρόεδροι στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών διέθεταν το «ρεύμα» και την πολιτική ισχύ που είχε ο Ομπάμα και το κόμμα του τον Γενάρη του 2009, όταν οι Δημοκρατικοί –εκμεταλλευόμενοι την οργή των ψηφοφόρων για τα αποτελέσματα της καταστροφικής οκταετίας του Τζορτζ Μπους τζούνιορ– «κατέλαβαν» Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία.
Και δεν είναι μόνο το Κογκρέσο: χάρη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του –άφθαρτος, νέος και κόντρα σε όλα τα στερεότυπα της Ουάσινγκτον– ο Ομπάμα διέθετε τη στήριξη του πιο δυναμικού και προοδευτικού κομματιού της κοινής γνώμης, που προς στιγμήν πίστεψε ότι μαζί του «Yes, We Can! (Ναι, Μπορούμε!)» να αλλάξουμε πολλά από τα κακώς κείμενα της βαθύτατα άνισης και βίαιης, εντός και εκτός συνόρων, αμερικανικής πολιτικής.
Ειδικά την πρώτη διετία, μέχρι τις ενδιάμεσες –midterm– εκλογές του 2010, οπότε οι Ρεπουμπλικανοί ανέκτησαν τον έλεγχο της Κάτω Βουλής, ο Ομπάμα διέθετε ουσιαστικά «λευκή επιταγή» για να προωθήσει την ατζέντα του: όμως σύντομα αποδείχτηκε κι αυτός μικρού αναστήματος πολιτικός, απρόθυμος να συγκρουστεί με το «βαθύ κράτος» της Wall Street και τον στρατό-ενεργό-βιομηχανικό σύμπλεγμα αναπαραγωγής των αέναων πολέμων, ανίκανος να κόψει τον γόρδιο δεσμό των πολιτικο-επιχειρηματικών λόμπι, που διαφεντεύουν την αμερικανική πολιτική.
Η οικονομική του συνταγή για έξοδο από την πιστωτική κρίση του 2007-8, βασισμένη σε τεχνάσματα όπως το μαζικό τύπωμα δολαρίων και η λεγόμενη jobless recovery, η φαινομενική «ανάκαμψη» στα κέρδη των μεγάλων εταιρειών που –για κάποιο παράξενο λόγο– δεν συνοδεύτηκε από δημιουργία νέων μόνιμων θέσεων εργασίας, παρουσιάστηκε από τα φιλικά σε αυτόν ΜΜΕ σαν «κεϊνσιανή» πολιτική, αλλά βεβαίως μόνον τέτοια δεν ήταν.
Αλλά ακόμη και σε «προνομιακούς» γι’ αυτόν τομείς, όπως είναι ο αυστηρότερος έλεγχος της οπλοκατοχής και ο περιορισμός της αστυνομικής βίας σε βάρος Αφροαμερικανών και Λατίνων, ο Ομπάμα έβαλε ψηλά τον πήχη, αλλά πέρασε από κάτω, περιοριζόμενος σε κούφια (ευχο-)λόγια έπειτα από κάθε «τυφλό» μακελειό σε σχολείο ή κάθε εν ψυχρώ δολοφονία «υπόπτων» από ενστόλους.
Οσο για το ObamaCare, την πολυσυζητημένη μεταρρύθμιση του απολύτως ταξικού συστήματος ασφάλισης (Social Security) και περίθαλψης (Medicare) των ΗΠΑ, που έχει αφήσει δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς πολίτες χωρίς καμιά ασφαλιστική κάλυψη, δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο πρόεδρος από το Σικάγο «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν»: στην πραγματικότητα θα αφήσει πίσω του μια Αμερική εξίσου διχασμένη, ταξικά και φυλετικά, με εκείνη που παρέλαβε – μια Αμερική γεμάτη από εκατομμύρια άστεγους και άνεργους, γεμάτη από χρεοκοπημένες, «γκετοποιημένες» πόλεις, γειτονιές και οικογένειες, μια Αμερική πεινασμένη και περιπλανώμενη με εκατομμύρια μετανάστες χωρίς χαρτιά στα νύχια των πάσης φύσεως κυκλωμάτων.
Κι όλα αυτά, δίπλα σε μια άλλη Αμερική ακραίου πλούτου, όπου οι δείκτες της ανισότητας μεταξύ πλούσιων και φτωχών έχουν χτυπήσει επί των ημερών του ιστορικό «ταβάνι».
Ομως εκεί που θα κριθεί πραγματικά η υστεροφημία και η ιστορική «κληρονομιά» (το legacy, που λέμε και στο Παγκράτι) του Ομπάμα είναι στην εξωτερική πολιτική: άλλωστε ο παντελώς άγνωστος πριν από δέκα χρόνια Ομπάμα «έχτισε» την πολιτική του καριέρα στο φιλειρηνικό προφίλ του, την άρνησή του να υπερψηφίσει ως γερουσιαστής τους τυχοδιωκτικούς πολέμους του Μπους σε Ιράκ και Αφγανιστάν, και φυσικά τις υποσχέσεις του για τερματισμό των μακρινών κατακτητικών «επεμβάσεων», τη βελτίωση των σχέσεων με τον μουσουλμανικό κόσμο και το σφράγισμα του κολαστήριου του Γκουαντάναμο.
Κι εκεί, σε αυτόν τον τόσο κρίσιμο για όλους εμάς τους μη Αμερικανούς τομέα, φάνηκε πόσο… Μπους ήταν τελικά ο Ομπάμα.
Διάβασα αυτές τις μέρες τις πρώτες κριτικές για ένα νέο βιβλίο που συνέγραψε ένας πολιτικός συντάκτης των «New York Times», ο Τσάρλι Σάβατζ, με τίτλο «Power Wars» («Πόλεμοι ισχύος»), που έρχεται να ρίξει φως στις παρασκηνιακές διεργασίες διαιώνισης και νομιμοποίησης των πολεμοχαρών πρακτικών της οκταετίας Μπους, αλλά με… φιλειρηνικό προφίλ και ρητορική, από το επιτελείο του Αμερικανού προέδρου: αν και ο Σάβατζ, όπως άλλωστε και συνολικά η μεγάλη εφημερίδα στην οποία εργάζεται, είναι γενικά «φιλικός» προς τον Ομπάμα, από τις περιγραφές του προκύπτει ένας Ομπάμα έτοιμος όχι μόνο να κουκουλώσει, αλλά και να «θωρακίσει» με νομικά και γραφειοκρατικά τερτίπια τα αντισυνταγματικά αίσχη που ξεκίνησε ο προκάτοχός του – από τις «στοχευμένες» δολοφονίες με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μέχρι τις μαζικές παρακολουθήσεις της NSA, κι από τη «μαύρη τρύπα» του Γκουαντάναμο μέχρι τη «χειρουργική» χειραγώγηση της κοινής γνώμης για να δικαιολογηθούν οι εκάστοτε πολεμικές ενέργειες που προωθούσε ο Λευκός Οίκος στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη και φυσικά τη Συρία.
Αυτός άλλωστε είναι, όπως προκύπτει, και ο λόγος που ο Ομπάμα διατήρησε στις θέσεις τους για χρόνια πλήθος από στελέχη της κυβέρνησης Μπους στο υπουργείο Αμυνας, τη CIA και αλλού.
Μαζί με το βιβλίο «Pay any Price» («Με κάθε τίμημα») ενός άλλου Αμερικανού δημοσιογράφου, του Τζέιμς Ράιζεν, που κυκλοφόρησε το 2014, το εκτενές πόνημα του Σάβατζ αποκαλύπτει –συχνά άθελά του ή με ύφος «Αυτός είναι ο κόσμος, τι να κάνουμε;»– έναν Λευκό Οίκο «δουλικό» στο λόμπι των όπλων και της ενέργειας και στο διαπλεκόμενο μαζί τους «βαθύ κράτος» του Πενταγώνου και των μυστικών υπηρεσιών, και έτοιμο ανά πάσα στιγμή να παρακάμψει τις δημοκρατικές επιταγές στο όνομα της «Προστασίας της Πατρίδας».
Οπως σωστά σχολιάζει ένας Βρετανός κριτικός, τα δυο αυτά βιβλία δείχνουν πως «τα προγράμματα και οι πολιτικές της κυβέρνησης Ομπάμα είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους τμήματα της αμερικανικής κυρίαρχης ελίτ, και της παράλληλης εξέλιξης των παγκόσμιων γεγονότων: καθώς τα γεγονότα καθοδηγούν τις πολιτικές επιλογές της ελίτ, όμως, οι επιπτώσεις αυτών των πολιτικών [π.χ. η στήριξη στη συριακή αντιπολίτευση ενάντια στον Ασαντ ή στην ουκρανική «εξέγερση» – πραξικόπημα του Μαϊντάν] έρχονται με τη σειρά τους να επηρεάσουν τα επόμενα γεγονότα» – σε έναν τελικά ανεξέλεγκτο φαύλο κύκλο, στον οποίο οι εκλεγμένοι δημοκρατικοί ηγέτες παίζουν όλο και λιγότερο αποφασιστικό ρόλο, της «σφραγίδας» προειλημμένων πίσω από κλειστές πόρτες αποφάσεων…
