Σύγκλιση και συμφωνία είναι οι λέξεις που επικρατούν το τελευταίο τριήμερο και κανείς δεν μπορεί να τις αρνηθεί, ούτε καν οι ορκισμένοι εχθροί της κυβέρνησης. Χωρίς μεγάλους πανηγυρισμούς επικράτησαν οι λέξεις, με ένα τηλεφωνικό αγκάλιασμα ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον κομισάριο. Μέχρι τη Δευτέρα θα είναι όλα υπό αίρεση, για να μην πάψει απότομα το σασπένς και ξεφουσκώσουμε αλλά, όπως λέγεται, τέλος καλό όλα καλά. Θα συνεχίσουμε με το ευρώ, όπως επιθυμεί η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που απαντούν στα καθημερινά γκάλοπ, και θα εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στη στέρεα θεωρητική γνώση του υπουργού Οικονομικών και στη σταθερή ιδεολογική θέση του πρωθυπουργού, ώστε να μην ξανακυλήσουμε εκεί απ’ όπου δεν έχουμε βγει ακόμη.
Τώρα που σχεδόν κλείστηκε η συμφωνία, όμως, θα μπορούσαμε να (ξανα)βάλουμε σε λειτουργία ό,τι μέχρι σήμερα έχει αδρανήσει, ίσως επειδή περίμενε να δει τι θα γίνει, ίσως επειδή απλώς είχε παραλύσει από τον φόβο μπροστά στο άγνωστο. Τώρα που ανακτούμε λοιπόν κάποιες βεβαιότητες, ας ανασκουμπωθούμε και ας βάλουμε μπροστά τη λύση προβλημάτων που χρονίζουν και κακοφορμίζουν. Δεν ήταν η συμφωνία ή η έλλειψή της αυτό που εμπόδιζε την επίλυση του θέματος της αίθουσας στη δίκη των χρυσαυγιτών. Από καιρό έχει υποστηριχθεί ότι η δίκη αυτή δεν μπορεί να γίνει στον Κορυδαλλό, για πολλούς και ουσιαστικούς λόγους, από τους οποίους ο σημαντικότερος είναι ότι για να γίνει εκεί πρέπει, τις μέρες της δίκης, να μη λειτουργούν τα σχολεία που γειτονεύουν με τη φυλακή. Κι όμως, η δίκη, που αναβλήθηκε για δεύτερη φορά για τυπικούς λόγους, θα επαναληφθεί στις 12 Μαΐου πάλι στον Κορυδαλλό. Αρα, πιθανότατα, θα αναβληθεί ξανά για να μεταφερθεί σε άλλη αίθουσα.
Η αναβολή κάθε δίκης είναι πλήγμα για την εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας. Η συγκεκριμένη δίκη αναβλήθηκε δεύτερη φορά για τον ίδιο λόγο. Ενας από τους κατηγορουμένους δεν είχε συνήγορο. Το ιερό και ανθρώπινο και συνταγματικό δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να έχει συνήγορο συγκρούστηκε για δεύτερη φορά με το ιερό δικαίωμά του να δικάζεται, με το ιερό δικαίωμα των θυμάτων του να δικαιώνονται και με το ιερό δικαίωμα των πολιτών να αποδίδεται η δικαιοσύνη. Από τη σύγκρουση χαμένη βγαίνει η δικαιοσύνη καθώς η ουσία της γίνεται θύμα των τύπων. Αν η αυστηρή τήρηση των κανόνων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση μιας δίκαιης δίκης, θα έπρεπε επίσης να υπάρχουν περιορισμοί στην επίκληση (ή στην κατασκευή) τυπικών κωλυμάτων, ώστε να μην παρεμποδίζεται η απονομή της δικαιοσύνης. Με λίγα λόγια, η δικονομία είναι εργαλείο για την εξασφάλιση της δίκαιης δίκης και όχι όργανο για την εξασφάλιση της ατιμωρησίας. Αν οι κατηγορούμενοι δεν θέλουν, για δικούς τους λόγους, να δικαστούν, με κάποιο τρόπο η πολιτεία θα έπρεπε να εξασφαλίσει το δικαίωμα των πολιτών να γίνει η δίκη.
Γιατί επιτρέπουμε, όμως, σε διαδικαστικά και τυπικά θέματα να παρεμβάλλονται και να παραλύουν την ουσιαστική λειτουργία μας; Η ηθική των κανόνων είναι γνωστό ότι επικρατεί εκεί όπου υπάρχει έλλειμμα αρχών, εκεί όπου ο καθένας θέλει «να έχει το κεφάλι του ήσυχο». Ετσι, παρεμποδίζει την ελεύθερη και δημιουργική φαντασία, την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθύνης και, τελικά, την επίλυση των προβλημάτων. Με τον ίδιο τρόπο που, στην πρόσφατη τραυματική εμπειρία μας με τις «διαπραγματεύσεις», οι εταίροι σε όλες τις συνομιλίες μαζί τους έβαζαν μπροστά τούς κανόνες για να αποφύγουν να αγγίξουν το πρόβλημα, με τον ίδιο τρόπο που, κανόνα τον κανόνα, χτίσαμε κι εμείς ένα καφκικό γραφειοκρατικό τέρας που στραγγαλίζει κάθε έμπνευση, έτσι υποκύπτοντας σε ένα δύσκαμπτο πλέγμα δικονομικών κανόνων ακυρώνουμε τα ίδια τα δικαιώματα που θέλουμε να διαφυλάξουμε. Κι αυτό δεν θα αλλάξει με τη συμφωνία, αλλά με τη βούληση.
