ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μεγάλο Ψυχοσάββατο. Οι ψυχές αποχωρούν από τη Γη. Η πίστη αυτή δεν είναι τωρινή. Ερχεται από τα βάθη των αιώνων. Τα Ψυχοσάββατα σε μια περίοδο τριών μηνών είναι μια ευκαιρία να βρεθούν οι ζωντανοί με τους νεκρούς τους. Ν’ ακουμπήσουν στο μνήμα, στον μνημονικό τόπο που στήνει τη δική τους γέφυρα με την άλλη όχθη του Αχέροντα. Νιώθουν οι ζωντανοί πως αυτή η γέφυρα, ακόμα κι αν τρίζει από τους αέρηδες των αμφιβολιών, είναι η μόνη που τους έχει απομείνει.

Αυτή η γέφυρα γίνεται βάσανο όταν η απώλεια είναι ακαταλάβαιτη. Αυτή η λέξη γίνεται σακοράφα στην καινούργια ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα («Είκοσι», Αγρα 2026). Που τρυπάει τις λέξεις, τα αισθήματα, τις αναμνήσεις, τα προσωπικά αντικείμενα, τον θνητό χρόνο, τα παπούτσια, τα σπλάχνα, τις ματαιωμένες προσδοκίες, την απροσδόκητη φυγή… Ολα αρμαθιάζονται και γίνονται το προζύμι για να υφανθούν τα σανίδια της ανεμόσκαλας και να βρει ο γιος του, Σπύρος, τον δρόμο να περάσει τον Αχέροντα, να μην ξεθωριάζει η μνήμη.

Κάθε θάνατος ξαφνικός είναι ακαταλάβαιτος, ανερμήνευτος. Πώς να χωρέσει σε μια είδηση ένας πόνος που γουβιάζει τα σώψυχα. Πώς μπορούν δυο-τρεις λέξεις να βαστάξουν τόσο βάρος. Πώς μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα γιατί; Ο Μπουκάλας γραπώνεται από τη λέξη που έμαθε από τον γιο του. Ακαταλάβαιτη η αναπάντεχη απώλεια. «Και με στοιχειώνει τώρα/ μας στοιχειώνει/ το ακαταλάβαιτο/πώς ξόδι έγινε/το έφιππο ταξίδι σου».

Ο ποιητής ανασκαλεύει τις λέξεις και το μοιριολόι. Δανείζεται από το δημοτικό τραγούδι και ανταμώνει με όσους έχουν την ίδια ακαταλάβαιτη απουσία. «Λες κι έχει ιθαγένεια ο πόνος/ και πατρίδα ο θάνατος», μουρμουρίζει. Η ακαταλάβαιτη απουσία είναι η πατρίδα όσων σπαράσσουν από τη σακοράφα που γεμίζει το σώμα και την ψυχή τρύπες.

Η ποίηση του Μπουκάλα γίνεται πυρέσσουσα. Κάθε λέξη κι ένα καρφί. Ακουμπάει στα μοιρολόγια για να μιλήσει όχι μόνο για τον δικό του πόνο αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, με τον χρόνο. Στα μοιρολόγια αμφισβητείται η θεϊκή δικαιοσύνη. Δεν αναζητεί ο θρήνος παρηγοριά στην υπόσχεση για συνάντηση σε άλλους κόσμους. «Αν υπάρχεις,/σε συγχωρώ./Κι αν δεν υπάρχεις,/σε έχω συγχωρήσει/προ πολλού», γράφει στη δική του προσευχή.

Αυτό που τον βασανίζει είναι το ακαταλάβαιτο. «Στα είκοσί σου… Τι βιάστηκες, κλωνάρι μου,/ να ξεκορμίσεις». Το μόνο που του απομένει είναι όσα θυμάται, εκείνα που μοιράστηκε με τον Σπύρο. Η ποίησή του έχει τον αδάκρυτο σπαραγμό. Σαν τα μοιρολόγια, τότε που στέγνωναν τα δάκρυα. «Τα ουρλιαχτά μου …/ Αφώνητα τ’ αφήνω/Για να τ’ακούς μονάχα /Εσύ».

Ο Μπουκάλας μες στον σπαραγμό στήνει μια ανεμόσκαλα για τον Σπύρο αλλά και για τον δημιουργό, τον ποιητή και τους αναγνώστες.