Ακόμα ένα μικρό διαμάντι στη σκηνή μας, δύσκολο να εντοπιστεί μέσα στην πολύβουη ταραχή της. Το πρώτο που πρέπει να πούμε για τη φευγαλέα «Δεσποινίδα Τζούλια» στο 104 είναι ότι μοιάζει εξαρχής να έχει φτιαχτεί σαν πρόταση θεάτρου.
Είναι φανερό ότι το ανέβασμά της στηρίζεται σε μια επίμονη, βασανιστική άποψη για το έργο, σε μια βαθιά επιθυμία ανεβάσματός του, σε μια καλλιτεχνική ανάγκη των συντελεστών.
Μοιάζει επομένως να υπάρχει πίσω από όλα ένα μεράκι. Φανερώνει γι’ αυτό μια σπάνια συνάφεια στην εικόνα και στην αίσθησή της, όπως και μια συνεκτική άποψη απέναντι στο είδος. Νομίζω ότι καλά κάνει.
Το δύσκολο, όμως, είναι να περιγράψεις αυτήν την άποψη.
Μια πολύ μικρή σκηνή, το Black Box στο 104, μικραίνει στην περίπτωση αυτή ακόμη περισσότερο για να χωρέσει ένα κουκλόσπιτο ή μάλλον μια σκηνή μαριονέτας.
Από εκεί εμφανίζονται («αναδύονται») οι τρεις ήρωες, σαν τύποι αρχικά, σαν πρόσωπα καθηλωμένα σε μια στάση ζωής. Η παράσταση βουτάει έτσι από την αρχή στα παγωμένα νερά του ταξικού πρωτοκόλλου.
Το πράγμα μπορεί όμως πάλι να περιγραφεί κι αλλιώς: σαν ένα φροϋδικό όνειρο όπου πρώην «μαριονέτες» έχουν αποκτήσει τη δική τους ζωή κι έχουν απαγκιστρωθεί από τα νήματα του ετεροκαθορισμού τους.
Αρχίζουν έτσι να συμπεριφέρονται ελεύθερα, ολοένα και πιο εξαρθρωμένα (ηθικά), στο τέλος βασανιστικά μετέωρα.
Αυτό είναι ίσως η υπαρξιακή άποψη για τη «Δεσποινίδα Τζούλια».
Πλάσματα που ανεξαρτήτως της τάξης τους έχουν συνηθίσει να καθορίζονται και να ελέγχονται από κάποιο ανώτερο υποκείμενο (υπερ-εγώ, εκκλησία, πρωτόκολλο, εξουσία, αφέντη, πατέρα ή μητέρα), πρέπει να μάθουν πολύ γρήγορα, εντός μιας νύχτας, μιας γιορτής και του πλάγιου χρόνου της, ότι η ελευθερία είναι βασανιστική, μια γεμάτη άγχος, αοριστία, όνειρα και αντιφάσεις περιπέτεια.
Η λίμνη Κόμο είναι γι’ αυτούς μακριά όσο τα δικά μας Κύθηρα.
Από εκεί και πέρα σας αφήνω στα χέρια του ίδιου του συγγραφέα.
Η παράσταση του Αλέξη Ρίγλη κατάφερε να με κάνει να μαγευτώ για μια ακόμη φορά με αυτόν τον καταραμένο διαλύτη κάθε προστασίας στον κυνισμό και το ζωτικό ψεύδος μας.
Αυτό κι αν μου φαινόταν δύσκολο…. Μετά τις τόσες διαφορετικές και σπουδαίες προσεγγίσεις, τις θεατρικές, τις κινηματογραφικές και τις ενδιάμεσες, μετά τις αναλύσεις και τα επάλληλα ανεβάσματα της Τζούλια…
Κι όμως, με την αξιόλογη νέα (μεταφορά ρήματος και ουσίας) μετάφραση του ίδιου του σκηνοθέτη, στην ελαφρά πειραγμένη και «μπρεχτική» διασκευή του, στο ψυχρό μέχρι τη μέση περιβάλλον που στήνει (γιατί από κάτω βράζει το κρυμμένο υπογάστριο των προσώπων…), στην περίεργη ματιά του στα πράγματα, στην επιμονή στη λεπτομέρεια και στο χιούμορ του (πώς κατορθώσαμε και κάναμε τον Στρίντμπεργκ τόσο αγέλαστο!), ένιωσα πως στέκομαι πάλι με δέος μπροστά στον καταλυτικό για κάθε απόπειρα της σκηνής να μας οδηγήσει στους εφιάλτες μας αποκαθαρμένους, νου του θεάτρου.
Ο νατουραλισμός ήταν επανάσταση
Τελειώνω όμως με αυτό: στο ένθετο, μικρό θεατράκι του 104 που έχει στήσει ο Ρίγλης γράφει με καθαρά γράμματα τον τίτλο του έργου και έπειτα, από κάτω, τον όρο «νατουραλιστικό δράμα».
Μην περάσουμε πρόχειρα την υποσημείωση. Η παράσταση μας κάνει να θυμηθούμε τι σήμαινε κάποτε «νατουραλισμός».
Δεν ήταν μόνο μια παρεκτροπή του ρεαλισμού όπως πιστεύουν πολλοί.
Ηταν ένα από τα πιο άγρια, «αντιθεσμικά», τινάγματα της πρωτοπορίας, μια πραγματικά απαγορευμένη (και λογοκριμένη) ανατροπή της ηθικής τάξης, της σύμβασης, του ψέματος και της ταξικής διαφοράς.
Ηταν με άλλα λόγια μια επιθετική δραματουργία «στα μούτρα» της τότε κοινωνίας, πράγμα που σήμανε μεταξύ άλλων να στηρίζεις τα έργα σου και να αποκαλύπτει όλα εκείνα τα βρώμικα μυστικά που οι αστοί κρύβουν κάτω από το χαλί του μελοδράματος.
Αυτά τα λίγα, θεωρητικά… Στο έδαφος μιας τέτοιας πρότασης οι τρεις ηθοποιοί έδωσαν ο καθένας τους μια συναρπαστική, άκρως σκηνοθετημένη ερμηνεία. Να σας πω το πιο ωραίο;
Με ένα τρόπο μετέφεραν τα πατήματα, τους τρόπους και τις συμπεριφορές που αρμόζουν στο περιβάλλον του 19ου αιώνα (συντείνουν σε αυτό και τα σκηνικά της Δήμητρας Λιάκουρα, τα κοστούμια του Νικόλα Γεωργίου και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα).
Οταν η Τζούλια συναντά τη Νόρα
Η Κριστίν της Σοφιάννας Θεοφάνους είναι μια μαγείρισσα προστατευμένη στην ανέκφραστη ζωή της, στη συμβιβασμένη στάση της. Αποτελεί η ίδια έναν ανθρώπινο καμβά.
Ο Ζαν του Κίμωνα Κουρή παίζει μετωπικά, αποστασιοποιημένα, στην αρχή σαν μηχανοκίνητο.
Αποδίδει σε ένα ανώνυμο «λακέ» της εποχής, για μια και μόνο νύχτα, ένα «όνομα».
Ποιος δεν καταλαβαίνει πως αυτός ο Ζαν είναι κατά βάθος ένα αδικημένο πλάσμα; Ενα πρόσωπο με δυνατότητες ξοδεμένο και απελπισμένο, περισσότερο θύμα παρά θύτης.
Και μένει βέβαια η Τζούλια της Εφης Γούση. Η πρώτη κατάθεση είναι ότι το πρόσωπό της εμφανίζεται εκτός της συνηθισμένης αμαζονικής αλαζονείας, παίζεται δηλαδή πέραν των κλισέ.
Ακολουθεί έπειτα η ίδια η αποδόμηση της μελοδραματικής νέας αριστοκράτισσας: στη διάρκεια μιας και μόνο νύχτας πάθους και τρέλας η Τζούλια αποκαλύπτεται ένα ακριβό όσο κι άδειο κέλυφος, γεμάτο ξένες πεποιθήσεις, διαστροφικές επιδράσεις, κούφιες εντολές.
Να πόσο κοντά μπορεί να φτάσει η Τζούλια στη Νόρα. Πόσο κοντά αγγίζει ένας δραματουργός τον αντίπαλό του.
Πώς μια προσέγγιση πλησιάζει στην αντίθετή της.
Να που ο μισογύνης Στρίντμπεργκ γίνεται όχι μόνο ιψενικός «φεμινιστής», αλλά και ένας μετα-φεμινιστής που ζητάει την αυτοδιάθεση της γυναίκας πέραν των σχημάτων του λόγου, του φύλου και της τεχνητής ελευθερίας.
Παρασύρθηκα στην ανάλυσή μου; Είναι που η ίδια η παράσταση με την πυκνότητα και τη σταθερότητά της, με την αποφασιστικότητά της, διευρύνεται μέσα μου.
Νομίζω ότι θα έμενε ευχαριστημένος πριν από όλους ο ίδιος ο συγγραφέας της Τζούλια: Λίγοι και καλοί θεατές, σε ένα μικρό θέατρο, εστιασμένο και βαθύ σαν πηγάδι.
Και ενώ όλα στη μέση μοιάζουν ψεύτικα, όλα μαζί οδηγούν στην επώδυνη, σκοτεινή αλήθεια. Ενα νέο θέατρο, ενός αιώνα νέου.
