Υπάρχουν πολιτικές που πετυχαίνουν και πολιτικές που αποτυγχάνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, στις ώριμες δημοκρατίες, προηγείται πάντα κάτι εξίσου σημαντικό: ο απολογισμός. Η αξιολόγηση των επιλογών, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν τι λειτούργησε, τι όχι και γιατί.
Στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι χρόνια φαίνεται να επικράτησε μια διαφορετική αντίληψη. Δεν είναι ότι δεν πάρθηκαν μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Το αντίθετο. Πάρθηκαν τόσο πολλά, ώστε δύσκολα θυμάται κανείς τη σειρά τους. Επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος το 2021. Fuel Pass, Power Pass και «Καλάθι του Νοικοκυριού» το 2022. Market Pass και τα διαδοχικά «Καλάθια» το 2023. «Μόνιμη Μείωση Τιμής» το 2024. Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους μέχρι τον Ιούνιο του 2026. Και σήμερα, μετά την κατάργησή του, νέες διαβεβαιώσεις ότι οι τιμές θα αρχίσουν να μειώνονται «από τον Σεπτέμβριο».
Η κυβέρνηση αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγική στη δημιουργία νέων «Pass», νέων «Καλαθιών» και νέων τίτλων μέτρων και πολιτικής. Αν υπήρχε όμως και ένα… «Pass μνήμης», ίσως να θυμόμασταν σήμερα ποιο από όλα απέδωσε πραγματικά και γιατί αντικαταστάθηκε από το επόμενο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια κυβέρνηση δοκίμασε διαφορετικά εργαλεία απέναντι σε μια πρωτοφανή ενεργειακή και πληθωριστική κρίση. Αυτό ήταν αναμενόμενο. Το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο: ποια από αυτά τα μέτρα πέτυχαν; Και αν καταργήθηκαν ή «πάγωσαν», μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα; Αν ναι, πού είναι ο δημόσιος απολογισμός;
Πόσο μείωσε τις τιμές κάθε μέτρο; Πόσο κόστισε ο σχεδιασμός και η υλοποίησή του στον κρατικό προϋπολογισμό; Πόσο βελτίωσε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών; Με ποια τεκμηρίωση αντικαταστάθηκε από το επόμενο μέτρο; Απαντήσεις δεν δόθηκαν ποτέ με συστηματικό τρόπο. Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση μεταφερόταν διαρκώς στο επόμενο μέτρο, πριν αξιολογηθεί το προηγούμενο. Σαν να θεωρήθηκε ότι η καλύτερη μέθοδος αξιολόγησης ενός μέτρου ήταν… η ανακοίνωση του επόμενου…
Αναμφίβολα, η Ελλάδα δεν ήταν η μόνη χώρα που επηρεάστηκε από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ολες οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις ίδιες πιέσεις. Η διαφορά είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πέρα από τις εισοδηματικές ενισχύσεις, υιοθέτησαν και πιο διαρθρωτικές παρεμβάσεις: προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, φορολόγηση υπερκερδών στην ενέργεια, ενίσχυση του ανταγωνισμού και αυστηρότερη εποπτεία της αγοράς. Στην Ελλάδα κυριάρχησε κυρίως η λογική των διαδοχικών επιδομάτων και των προσωρινών διοικητικών παρεμβάσεων.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Παρά την αποκλιμάκωση του ευρωπαϊκού πληθωρισμού, η χώρα συνέχισε να συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων όπου το κόστος των τροφίμων επιβαρύνει δυσανάλογα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ο «εισαγόμενος πληθωρισμός» εξηγεί την αφετηρία της κρίσης. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει τη διαφορετικότητα της κατάληξής του μεταξύ των χωρών.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα βαθύτερο θεσμικό ζήτημα. Τα πρόσωπα που σχεδίασαν ή υλοποίησαν αυτές τις πολιτικές συνέχισαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να διαχειρίζονται το ίδιο χαρτοφυλάκιο ή να επιστρέφουν σε αυτό, χωρίς να προηγηθεί δημόσια αξιολόγηση των προηγούμενων επιλογών τους. Δεν πρόκειται για προσωπική μομφή. Είναι ζήτημα θεσμικής συνέπειας.
Οταν η αξιολόγηση προβάλλεται ως αναγκαία προϋπόθεση για δημόσιους υπαλλήλους, εκπαιδευτικούς, πανεπιστήμια και δημόσιους οργανισμούς, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: Γιατί να μη θεωρείται εξίσου απαραίτητη για τις ίδιες τις κυβερνητικές πολιτικές και για όσους τις εισηγούνται;
Το ζήτημα, τελικά, δεν αφορά μόνο την ακρίβεια. Αφορά τον τρόπο άσκησης της διακυβέρνησης. Οταν κάθε νέο μέτρο παρουσιάζεται ως η οριστική λύση, αλλά σχεδόν ποτέ δεν δημοσιοποιείται μια αξιολόγηση του προηγούμενου, η επικοινωνία στοχεύει στο να υποκαταστήσει τη λογοδοσία. Οι κυβερνήσεις δικαιούνται να αλλάζουν πολιτικές όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να αλλάζουν θέμα συζήτησης πριν λογοδοτήσουν για τις προηγούμενες.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, εκείνο που μένει δεν είναι ούτε το επόμενο «Pass», ούτε το επόμενο «Καλάθι», ούτε η επόμενη υπόσχεση ότι «οι τιμές θα μειωθούν από τον Σεπτέμβριο». Εκείνο που μένει είναι αν η ζωή των πολιτών έγινε πραγματικά φθηνότερη. Και γι’ αυτό δεν αρκούν οι εξαγγελίες. Απαιτούνται αποτελέσματα.
*Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς
