Η Εαρινή Εκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), που δημοσιοποιήθηκε χθες, δεν περιείχε απλώς ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία, αλλά κάτι περισσότερο: σημαντικές «αποκαλύψεις» για την κυβερνητική πολιτική και τα αποτελέσματά της. Ακόμη και για το «πετράδι του στέμματος» αυτής της πολιτικής, πίσω από τις διαπιστώσεις περί δημοσιονομικής ευρωστίας αναγνωρίζει κανείς τον «μηχανισμό» που παράγει τα υπερπλεονάσματα, ο οποίος διαψεύδει ότι αυτά οφείλονται στην «υπεραπόδοση της οικονομίας».
Οι «αποκαλύψεις» αυτές ταξινομούνται σε 5 σημαντικούς τομείς:
1. Η οικονομία σε κύκλο επιβράδυνσης από το 2026
Το σημαντικό στην έκθεση δεν είναι η οριακή αναθεώρηση των προβλέψεων για τον ρυθμό ανάπτυξης το 2026 και το 2027, αλλά ότι, σε συνδυασμό με άλλες επισημάνσεις προκύπτει ευθέως το συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία μπαίνει σε κύκλο οικονομικής επιβράδυνσης. Συγκεκριμένα, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι το 2026 ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα πέσει κάτω από 2% (1,9%) και το 2027 θα μειωθεί περαιτέρω σε 1,6% – 2,0%.
Οι προβλέψεις αυτές έχουν προεξοφληθεί -ως τάξη μεγέθους και γενική τάση- από την ίδια την κυβέρνηση από τον περασμένο Νοέμβριο στο πλαίσιο του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού (ΠΔΠ) 2026 – 2029.Στον ΠΔΠ, που κατατέθηκε με πάσα επισημότητα στις Βρυξέλλες, προβλεπόταν ότι ο κύκλος της επιβράδυνσης θα ξεκινούσε από το 2027, με ρυθμούς ανάπτυξης 1,7% το 2027, 1,6% το 2028 και 1,3% το 2029, ξεκινώντας με 2,4% το 2026. Το καινούργιο στοιχείο που κομίζει η έκθεση του ΕΔΣ είναι ότι η επιβράδυνση αρχίζει από το 2026.
Η διαπίστωση αυτή έχει όχι απλώς σημαντικό, αλλά «τεκτονικό» χαρακτήρα, καθώς θα έχει αρνητικές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα: στα έσοδα του προϋπολογισμού, την ανεργία, τις κρατικές δαπάνες (όπου ήδη ο ΠΔΠ προέβλεπε σημαντικές, ονομαστικές περικοπές στις δαπάνες για μισθούς και σε κοινωνικά υπουργεία).
Οχι μόνο από κοινωνική, αλλά και από πολιτική άποψη, είναι σημαντικό ότι η είσοδος στον κύκλο της επιβράδυνσης -και των πολλαπλών συνεπειών της- ταυτίζεται χρονικά με τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές…
2. Καθήλωση μισθών, Υγείας και Παιδείας
Η έκθεση διαπιστώνει καθήλωση του πραγματικού μισθού τη διετία 2024 – 2025 με πρακτικά μηδενική αύξηση 0,1%. Πώς όμως εξηγείται ότι ο πραγματικός μισθός καθηλώνεται σε μία διετία που οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού ήταν πολύ υψηλότερες σε σχέση με τον επίσημο πληθωρισμό; Μόνο με έναν τρόπο, που έχουμε αναδείξει πολλές φορές από τις στήλες αυτής της εφημερίδα: επειδή ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή δεν αποδίδει παρά εν μέρει τις αυξήσεις των τιμών στα προϊόντα και υπηρεσίες του «καλαθιού του νοικοκυριού».
Το ΕΔΣ όμως διαπιστώνει και κάτι ακόμη, ότι είναι επίσης καθηλωμένες οι δημόσιες επενδύσεις στην Υγεία και Παιδεία:
● Οι δημόσιες επενδύσεις στην εκπαίδευση κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, με μέσον όρο μόλις 0,43% του ΑΕΠ.
● Οι δημόσιες επενδύσεις στην Υγεία είναι διαχρονικά καθηλωμένες στο 0,15%.
3. Τα δημοσιονομικά «θαύματα» οφείλονται στη λιτότητα στις δαπάνες και στον… πληθωρισμό
Η δημοσιονομική θέση της χώρας είναι ισχυρή, αλλά πού οφείλεται; Χωρίς να θέτει και επομένως αποφεύγοντας και να απαντήσει αυτό το ερώτημα, η έκθεση έχει στοιχεία που προσφέρουν μια βάση για απαντήσεις. Συγκεκριμένα:
● Τα έσοδα από φόρους κατέγραψαν υπεραπόδοση (δηλαδή απόδοση άνω από τον στόχο του προϋπολογισμού) 393 εκατ. ευρώ. Αυτό που μπορούμε να αποδώσουμε σε υπεραπόδοση της οικονομίας είναι ο φόρος εισοδήματος, που είχε το 2025 υπεραπόδοση 182 εκατ. ευρώ. Και εδώ όμως σημαντικό μέρος αυτής της υπεραπόδοσης οφείλεται στην αύξηση των ονομαστικών μισθών σε συνδυασμό με το πάγωμα των φορολογικών συντελεστών για τα χαμηλά εισοδήματα. Οσον αφορά τον ΦΠΑ, εδώ είχαμε υπεραπόδοση 204 εκατ. ευρώ, που η έκθεση αποδίδει μεταξύ άλλων και στον πληθωρισμό, δηλαδή στην υπεραπόδοση της… ακρίβειας, που φουσκώνει τις εισπράξεις από ΦΠΑ.
● Το «μπαζούκα» του υπερπλεονάσματος αποκαλύπτεται με τις αναφορές της έκθεσης στο σκέλος των δαπανών. Εδώ διαπιστώνεται ότι υπάρχει σημαντική υποεκτέλεση (δηλαδή υστέρηση δαπανών σε σχέση με τον στόχο του προϋπολογισμού) στο απίστευτο ύψος των 3,48 δισ. ευρώ! Στον παρατιθέμενο πίνακα φαίνεται ότι η υποεκτέλεση δαπανών ήταν ο μακράν μεγαλύτερος και πλέον σχεδόν ο μοναδικός ισχυρός πυλώνας των υπερπλεονασμάτων.
4. Τα 5 μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα
Και ενώ δεν είναι η οικονομία που υπεραποδίδει, αλλά ο πληθωρισμός και η λιτότητα στις δαπάνες, παραμένουν σταθερά τα 5 μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας:
● Χαμηλή Παραγωγικότητα: το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.
● Επενδυτικό έλλειμμα: παρά την άνοδο (+8,9% το 2025), οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ (17%) υπολείπονται κατά 4 μονάδες από την Ε.Ε. (21,3%). Μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης τον Αύγουστο, αυτή η απόσταση αναμένεται να διευρυνθεί εκ νέου σημαντικά.
● Ελλειμμα Ισοζυγίου: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό (5,7% το 2025), καθώς η εγχώρια ζήτηση καλύπτεται από μαζικές εισαγωγές.
● Χαμηλή αποταμίευση: η ιδιωτική αποταμίευση βρίσκεται στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 23% στην ευρωζώνη, καθώς το κόστος ζωής απορροφά τα εισοδήματα.
● Δομική ανεργία: η ανεργία μειώνεται, αλλά παρουσιάζει χαρακτηριστικά αναντιστοιχίας δεξιοτήτων (mismatch) και πλήττει δυσανάλογα τους νέους.
