Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην Ηπειρο ένας βασιλιάς. Τον έλεγαν Πύρρο. Ελεγε ότι ήταν απόγονος του Αχιλλέα. Λίγο μεταγενέστερος του Αλεξάνδρου ο Πύρρος, ήθελε να γίνει κι αυτός μέγας. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε, αν και όλοι οι σύγχρονοί του τον αναγνώριζαν ως σπουδαίο στρατηγό. Αν ο Αλέξανδρος έφτιαξε μια αυτοκρατορία στην Ανατολή, ο Πύρρος οραματίσθηκε τη δική του στη Δύση.
Με αφορμή την υπεράσπιση του Τάραντα και των άλλων ελληνικών πόλεων της νότιας Ιταλίας, ο Πύρρος το 280 π.Χ. αποβιβάσθηκε με έναν ισχυρό στρατό στην ιταλική χερσόνησο. Πολέμησε τους απειλητικούς Ρωμαίους και τους νίκησε. Οι νίκες του ήταν πράγματι καταστροφικές για τους Ρωμαίους, όμως ήταν καταστροφικότερες για τον ίδιο τον νικηφόρο στρατό του. Τέτοιες νίκες έμειναν στην ιστορία ως «πύρρειες». Νικάς, αλλά χάνεις περισσότερα από αυτά που κέρδισες. Οταν κάποιος συνεχάρη τον Πύρρο για τη νίκη του κατά των Ρωμαίων, αυτός απάντησε: «Ακόμα μία τέτοια μάχη αν κερδίσουμε, χαθήκαμε».
Ο Πλούταρχος μας παραδίδει και την ενδιαφέρουσα (εξ επόψεως ηθικο-φιλοσοφικής!) συνομιλία του Πύρρου με τον σύμβουλό του τον Κινέα. Ο Κινέας ρώτησε τον Πύρρο τι θα έκανε αφού νικούσε τους Ρωμαίους. Ο Πύρρος απάντησε ότι τότε θα κατακτούσε τη Σικελία. «Και μετά;» ρώτησε ο Κινέας. «Μετά θα στραφούμε προς την Καρχηδόνα και τις αφρικανικές κτήσεις της». «Και μετά;» «Μετά θα επιστρέψουμε στην Ελλάδα για να ζήσουμε ήσυχα με τους φίλους μας». Και τότε ο Κινέας τον ρώτησε: «Και γιατί, αφού αυτός είναι ο τελικός σκοπός, να μην απολαύσουμε από τώρα την ηρεμία και τη συντροφιά των φίλων μας, αντί να περάσουμε από τόσους κινδύνους και πολέμους;»
Ο Πύρρος σκοτώθηκε το 272 π.Χ. στο Αργος, με έναν τρόπο εντελώς άδοξο. Κατά τη διάρκεια οδομαχιών μέσα στην πόλη του Αργους, ο Πύρρος παγιδεύτηκε σε ένα στενό δρομάκι. Εκεί, ενώ ξιφομαχούσε με έναν νεαρό στρατιώτη, μια ηλικιωμένη γυναίκα, που παρακολουθούσε τη μάχη από τη στέγη του σπιτιού της, άρπαξε ένα κεραμίδι και το έριξε πάνω στον ηπειρώτη στρατηγό. Το χτύπημα τραυμάτισε θανάσιμα τον Πύρρο στο κεφάλι. Ενας στρατηγός, τον οποίο ο Αννίβας θεωρούσε δεύτερο μόνο μετά τον Αλέξανδρο, βρήκε τον θάνατο όχι σε μεγάλη μάχη, αλλά σε μια οδομαχία, και μάλιστα από γυναικείο χτύπημα με κεραμίδι στο κεφάλι.
Ο Πλούταρχος, στους «Βίους Παράλληλους», αντιπαραβάλλει τον Πύρρο με τον Ρωμαίο Μάριο. Στην εισαγωγή του «Βίου Πύρρου» εξηγεί ότι και οι δύο ήταν σπουδαίοι στρατηγοί, αλλά και με χαρακτηριστικά που τους οδήγησαν σε μοιραία σφάλματα και ένα άδοξο τέλος.
Το 88 π.Χ., μετά την εμφύλια σύγκρουση με τον Σύλλα, ο Μάριος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αφρική. Το 87 π.Χ., επέστρεψε και κατέλαβε τη Ρώμη. Ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις και διώξεις των αντιπάλων του. Το 86 π.Χ. εξελέγη ύπατος. Ομως, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη του αξιώματος, πέθανε. Υπέφερε από υψηλό πυρετό και, μέσα στην ασθένειά του, παραληρούσε ότι οδηγούσε στρατεύματα εναντίον του βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη. (Αφορμή της ρήξης με τον Σύλλα ήταν το ποιος θα εκστράτευε κατά του Μιθριδάτη για να κερδίσει τη δόξα. Ο εβδομηντάχρονος Μάριος ή ο πολύ νεότερος Σύλλας;) Ο Πλούταρχος παρουσιάζει τον θάνατο του Μάριου ως το τραγικό τέλος ενός ανθρώπου που παρέμεινε μέχρι τέλους αιχμάλωτος της φιλοδοξίας του.
ΥΓ.: Με ποιον θα αντιπαρέβαλλε ο Πλούταρχος τον αυτοανακηρυχθέντα νικητή του πολέμου στο Ιράν στις μέρες μας; Εκείνο πάντως το πύρρειο «Ακόμα μία τέτοια μάχη αν κερδίσουμε, χαθήκαμε» δεν θα ακουστεί. Εξάλλου, για να καταλάβεις αν μια νίκη είναι πύρρεια ή όχι, εκτός από την αύξηση της προσωπικής σου περιουσίας, πρέπει να μετράς και το τι έχασε η ίδια η χώρα της οποίας ηγείσαι. Κυρίως σε ηγεμονικό κύρος και αξιοπιστία συμμαχιών και διεθνούς ασφάλειας.
