Ο τίτλος του πρόσφατου βιβλίου του Νοτιοαφρικανού Κούτσι μοιάζει σχεδόν ειρωνικός. Η ελπίδα του τίτλου δεν εμφανίζεται ως υπόσχεση σωτηρίας αλλά ως κάτι που μοιάζει με απόφαση να συνεχίσει κανείς μέχρι το τέλος των ημερών του, χωρίς να χάσει την επαφή με όλα όσα τον καθόριζαν κατά τη διάρκεια του βίου του. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που προσφέρει διέξοδο και παρηγοριά, αντιθέτως μας δίδεται μια χαμηλότονη μεν αλλά αμείλικτη κατάβαση στη φθορά του σώματος, στη μοναξιά του γήρατος και στη δυσκολία της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η συλλογή περιλαμβάνει οκτώ σύντομα διηγήματα που συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα: τον θάνατο, την τέχνη, τα ζώα, το σώμα, την επιθυμία, την αξιοπρέπεια και την ερημιά των γηρατειών.
Σε αρκετά από αυτά υπάρχει η γνώριμη μορφή της Ελίζαμπεθ Κοστέλο, της ηλικιωμένης συγγραφέα που εμφανίζεται συχνά στα έργα του Κούτσι ως το φιλοσοφικό alter ego του. Η Κοστέλο δεν λειτουργεί ως «χαρακτήρας» με τη συμβατική έννοια, αλλά περισσότερο ως μια συνείδηση που εξετάζει, αμφιβάλλει και προκαλεί τον διάλογο. Όμως, καθώς η άνοια αρχίζει να πλησιάζει και το σώμα της καταρρέει, οι θεωρητικές της εμμονές αποκτούν μεγαλύτερη ένταση. Οι στοχασμοί της πάνω στην ύπαρξη της ψυχής ή της μεταθανάτιας ζωής δεν είναι πλέον διανοητικά παιχνίδια αλλά ζητήματα άμεσης επιβίωσης.
Τα διηγήματα αυτά μοιάζουν με φιλοσοφικές αλληγορίες καθώς το νόημα παραμένει ανοιχτό και αμφίβολο. Οι ήρωες μιλούν πολύ -με παιδιά, φίλους, ξένους, ακόμα και με ζώα- αλλά η επικοινωνία χωλαίνει. Κάτι παραμένει ανείπωτο, σαν να υπάρχουν πεδία όπου η γλώσσα αδυνατεί να εισχωρήσει. Ιδιαίτερα συγκινητικές είναι οι ιστορίες που αφορούν τη σχέση ανθρώπων και ζώων – ένα από τα κεντρικά ηθικά ζητήματα όλου του έργου του Κούτσι: Στο «Η ηλικιωμένη και οι γάτες» η Κοστέλο, απομονωμένη σε ένα χωριό της Ισπανίας, περιβάλλεται από αδέσποτες γάτες και από μορφές που μοιάζουν να κινούνται στο όριο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ζωώδες.

Η ατμόσφαιρα του χώρου είναι σχεδόν μεταφυσική, λες και ο άνθρωπος, πλησιάζοντας τον θάνατο, να χάνει σταδιακά τη βεβαιότητα της ανωτερότητάς του απέναντι στα άλλα έμβια όντα. Τα ζώα στον Κούτσι δεν λειτουργούν συμπληρωματικά, πρόκειται για παρουσίες που αμφισβητούν την ανθρώπινη ηθική. Στο «Γυάλινο σφαγείο» η Ελίζαμπεθ Κοστέλο αναρωτιέται τι θα συνέβαινε αν οι άνθρωποι έβλεπαν πραγματικά τη βία που ασκείται στα ζώα, αν η εικόνα ενός διάφανου σφαγείου στο κέντρο της πόλης θα λειτουργούσε ως οπτική απόδειξη για όσα επιλέγουμε συλλογικά να μη βλέπουμε. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ένα πλάσμα βίαιο, εγκλωβισμένο στην ψευδαίσθηση της ανωτερότητάς του. Ωστόσο, ο Κούτσι δεν υποπίπτει στον διδακτισμό, δεν μας προσφέρει απαντήσεις και συμπεράσματα, ούτε γεφυρώνει τις αντιθέσεις. Στα πιο σύντομα κείμενα της συλλογής, ο συγγραφέας κατορθώνει να δημιουργήσει μια αίσθηση υπαρξιακής ασφυξίας.
Στο πρώτο διήγημα «Ο σκύλος», μια γυναίκα τρομοκρατείται καθημερινά από την απειλή ενός μεγαλόσωμου σκύλου καθώς περνά με το ποδήλατό της μπροστά από ένα σπίτι. Είναι μια αλληγορική ιστορία για τον φόβο, την εξουσία και την ταπείνωση του σώματος.
Ο Κούτσι καταφέρνει να μετατρέπει τις πιο απλές σκηνές σε υπαρξιακή δοκιμασία. Με απόλυτη οικονομία στη γραφή του, προτάσεις σαφείς, σχεδόν ψυχρές, αποφεύγει την εύκολη συγκίνηση, αν και κάτω από αυτή τη λιτότητα υπάρχει ένα έντονο συναίσθημα που μας ωθεί στο να στοχαστούμε ηθικά διλήμματα που δεν επιδέχονται μια αβασάνιστη απάντηση.
Αυτό που καθιστά τη συλλογή σημαντική δεν είναι μόνο το εύρος των θεμάτων της, αλλά ο τρόπος με τον οποίο συνοψίζει ολόκληρο το ύστερο έργο του Κούτσι. Εδώ συναντάμε ξανά την εμμονή του με την ηθική ευθύνη, την αγωνία για το γήρας και την παρακμή του σώματος, τη διαπίστωση ότι η λογοτεχνία ίσως να μην μπορεί να σώσει τον κόσμο, αλλά ίσως μπορεί να καταγράψει με ακρίβεια τα ανθρώπινα και τα μη ανθρώπινα πάθη.
