Όταν ένας γιατρός ανακοινώνει μια διάγνωση, όταν ξεκινά μια θεραπεία ή όταν λαμβάνεται μια κρίσιμη απόφαση για τη ζωή ενός ασθενούς, προηγείται σχεδόν πάντα ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα. Πίσω από αυτό το αποτέλεσμα, όμως, υπάρχει ένας επιστήμονας που σπάνια βλέπει ο ασθενής και ακόμη πιο σπάνια θυμάται η Πολιτεία: ο Τεχνολόγος Ιατρικών Εργαστηρίων.
Είναι οι επαγγελματίες που βρίσκονται καθημερινά στα μικροβιολογικά, αιματολογικά, βιοχημικά, ανοσολογικά και μοριακά εργαστήρια των νοσοκομείων. Παραλαμβάνουν και επεξεργάζονται βιολογικά δείγματα, εκτελούν εξειδικευμένες εξετάσεις, χειρίζονται σύγχρονο διαγνωστικό εξοπλισμό και εξασφαλίζουν την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων στα οποία βασίζεται η ιατρική πράξη. Χωρίς αυτούς, η σύγχρονη διάγνωση θα ήταν απλώς αδύνατη.
Η εργασία τους, όμως, δεν είναι μόνο υψηλής επιστημονικής ευθύνης. Είναι και αντικειμενικά επικίνδυνη. Κάθε ημέρα έρχονται σε επαφή με αίμα, ιστούς και άλλα δυνητικά μολυσματικά βιολογικά υλικά, εκτίθενται σε παθογόνους μικροοργανισμούς, χημικούς παράγοντες και συνθήκες που η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει ως επιβαρυντικές για την υγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την πανδημία COVID-19 αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της εργαστηριακής διάγνωσης, πραγματοποιώντας εκατομμύρια εξετάσεις και συμμετέχοντας ενεργά ακόμη και στις λήψεις δειγμάτων.
Κι όμως, ενώ η συμβολή τους αναγνωρίζεται κάθε φορά που η χώρα αντιμετωπίζει μια υγειονομική κρίση, ξεχνιέται όταν έρχεται η ώρα της θεσμικής δικαίωσης.
Ο νέος νόμος επεκτείνει ορθώς το καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων σε σημαντικές κατηγορίες επαγγελματιών υγείας. Ωστόσο, αφήνει εκτός τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων, δημιουργώντας μια αντίφαση που δύσκολα εξηγείται. Τα ίδια τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια αναγνωρίζονται νομοθετικά ως χώροι που δικαιολογούν την υπαγωγή στα ΒΑΕ, όμως οι επιστήμονες που εργάζονται καθημερινά μέσα σε αυτούς εξακολουθούν να εξαιρούνται.
Η αδικία γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι οι συνάδελφοί τους στον ιδιωτικό τομέα υπάγονται στα ΒΑΕ εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες, ενώ και στο Δημόσιο όσοι διορίστηκαν μετά το 2011 απολαμβάνουν ήδη το ίδιο καθεστώς. Δηλαδή, δύο εργαζόμενοι, στον ίδιο πάγκο εργασίας, με τα ίδια δείγματα, τον ίδιο εξοπλισμό και τους ίδιους κινδύνους, αντιμετωπίζονται διαφορετικά μόνο λόγω της ημερομηνίας διορισμού τους.
Οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν αυτό που κάθε σύγχρονο κράτος οφείλει να διασφαλίζει: ίση μεταχείριση για ίση εργασία και ίσους κινδύνους. Γιατί η αναγνώριση της πραγματικής φύσης της εργασίας τους δεν αποτελεί χάρη της Πολιτείας. Αποτελεί υποχρέωσή της.
*Ο Παναγιώτης Δρόσος είναι γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων (ΠΕΤΙΕ).
