Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες οι Matmos κινούνται στα όρια μεταξύ της σύνθεσης, της έρευνας του ήχου και της τέχνης των εννοιών. Το αμερικανικό ντουέτο των Drew Daniel και M.C. Schmidt έχει οικοδομήσει μια συνεπή και μοναδική διαδρομή στην πειραματική ηλεκτρονική μουσική μετατρέποντας καθημερινά υλικά, όπως ήχους από χειρουργικές επεμβάσεις, πλαστικά αντικείμενα, πλυντήρια ρούχων ή ακόμα και βιομηχανικούς θορύβους, σε σύνθετες μουσικές αφηγήσεις.
Το νέο τους έργο «Metallic Life Review» αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματά τους: ένας ολόκληρος δίσκος κατασκευασμένος αποκλειστικά από μεταλλικούς ήχους, που ισορροπεί ανάμεσα στον αυστηρό πειραματισμό με τα όρια του ήχου από τη μία και τη συναισθηματική μνήμη από την άλλη. Με αφορμή την πολυαναμενόμενη πρώτη εμφάνισή τους στην Αθήνα, την Κυριακή 28 Ιουνίου στο Πλύφα, οι Matmos μιλoύν στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ανάμεσα σε άλλα για τη σχέση ήχου και πολιτικής, την Παλαιστίνη, την εποχή των deepfakes και το γιατί η περιέργεια παραμένει η σημαντικότερη μορφή ακρόασης…
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια οι Matmos αντιμετωπίζουν τον ήχο ως μια μορφή έρευνας. Η μουσική σας συχνά μεταμορφώνει συνηθισμένα υλικά σε κάτι ανοίκειο και παράξενο. Τι σας ελκύει στην ιδέα ότι ένας ήχος κουβαλά την ιστορία του αντικειμένου που τον παρήγαγε;
Drew Daniel: Ίσως αυτό να είναι περισσότερο μια ελπίδα μας παρά ένα πραγματικό γεγονός. Ζούμε σε μια εποχή εκτεταμένης εκχώρησης της σκέψης σε μηχανισμούς, deepfakes και υποχώρησης της ικανότητας για κριτική ακρόαση και ανάγνωση. Η εμπιστοσύνη και η ελπίδα μας είναι ότι οι άνθρωποι ακούν ενεργά και με περιέργεια ό,τι βγαίνει από τα ηχεία. Μπορεί να μην είναι αλήθεια ότι η ιστορία ενός αντικειμένου εμπεριέχεται στον ήχο του· ελπίζουμε όμως ότι η ποιητική των επιλογών μας μεταδίδει κάτι περισσότερο από έναν απλό κατάλογο «συστατικών».
Το «Metallic Life Review» είναι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από μεταλλικούς ήχους. Ήταν αυτό το άλμπουμ πρωτίστως μια ηχητική εξερεύνηση ή υπήρχε και μια συμβολική διάσταση στην επιλογή του μετάλλου ως υλικού;
D. D.: Ήθελα να δημιουργήσω έναν «αδελφό» δίσκο του άλμπουμ με τα πλαστικά, έναν δίσκο πιο σκληρό και πιο άμεσο, γιατί οι καιροί το απαιτούν. Ταυτόχρονα ήθελα να ξεγελάσω το προφανές, ότι η λέξη metal συνεπάγεται αναγκαστικά και ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος. Λατρεύω το heavy metal και παρακολουθώ πολλές metal μπάντες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να συνομιλήσω ή να φλερτάρω με τη σχετική αισθητική σε αυτόν τον δίσκο.
Πολλοί ηλεκτρονικοί μουσικοί βασίζονται όλο και περισσότερο σε αόρατα ψηφιακά εργαλεία, ενώ η δική σας δουλειά αναδεικνύει συχνά τα φυσικά υλικά και διαδικασίες πιο «χειροπιαστές». Πρόκειται για πολιτική ή αισθητική επιλογή;
M.C. Schmidt: Θέλουμε οι άνθρωποι να συνδέουν τη μουσική με τη βιωμένη εμπειρία. Να αναγνωρίζουν έναν ήχο και ίσως να θυμούνται μια στιγμή της ζωής τους όπου τον παρήγαγαν οι ίδιοι. Και κάπως έτσι να τους δίνεται η «άδεια» να αντιληφθούν ότι και η ίδια τους η ζωή μπορεί να είναι μια συναυλία. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Άρα ναι, ίσως είναι πολιτικό, αλλά σε ένα πολύ προσωπικό επίπεδο.
Το «The Rose Has Teeth in the Mouth of a Beast» παραμένει 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του ένα ξεχωριστό έργο επειδή συνδέει την πειραματική μουσική με τη βιογραφία, την επιστήμη, την τέχνη και την queer ιστορία. Πώς βλέπετε σήμερα εκείνον τον δίσκο;
M.C. S.: Για πολλά χρόνια πίστευα ότι είναι λίγο μεγάλος σε διάρκεια. Όμως πλέον θεωρώ ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους τις δικές τους εκδοχές άλμπουμ και εμπειριών ακρόασης, οπότε αυτό δεν έχει τόση σημασία. Τα κομμάτια τού «The Rose Has Teeth in the Mouth of a Beast» είναι μικροσκοπικά έπη και συχνά λειτουργούν αυτόνομα.
Πολλές από τις ηχογραφήσεις σας καλούν τον ακροατή να προσέξει λεπτομέρειες που συνήθως αγνοεί. Πιστεύετε ότι η ακρόαση μπορεί να είναι μια πολιτική πράξη;
D. D.: Το σύνθημα «Silence Equals Death» («Η σιωπή ισοδυναμεί με θάνατο») κατά τη διάρκεια της κρίσης του AIDS ήταν ίσως το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της ιδέας. Καθώς οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, πρέπει να αλλάζουν και οι τακτικές που ακολουθούνται. Αυτή τη στιγμή παρακολουθούμε μια σκλήρυνση των κυρίαρχων εξουσιών και των μέσων ενημέρωσης που τις υπηρετούν σε σχέση με τη Γάζα. Είναι προφανές ότι εκατομμύρια άνθρωποι νιώθουν αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό και τα δεινά του, αλλά οι φωνές τους αποσιωπώνται ή παραμερίζονται από την κυρίαρχη μιντιακή εκπροσώπηση. Από την άλλη ίσως πρέπει να παραδεχτούμε ότι η απλή «ακρόαση», παρότι αποτελεί ένα πρώτο βήμα, δεν αρκεί. Τι κάνεις με όσα έμαθες; Σκέφτομαι συχνά ότι μόλις αντιληφθείς πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια, δεν μπορείς πια να ξεχάσεις αυτή τη γνώση.
Την τελευταία δεκαετία η πειραματική μουσική έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα μέσα από φεστιβάλ, μουσεία και πλατφόρμες streaming. Έχει αλλάξει αυτή η ευρύτερη έκθεση τον τρόπο που εργάζεστε;
D. D.: Δεν θέλω να υποκύψω σε μια νοοτροπία «εξοπλιστικής κούρσας», όπου προσπαθείς διαρκώς να διαφοροποιηθείς ή να κυνηγήσεις τις τάσεις των άλλων. Ας ανθίσουν εκατό λουλούδια. Χαίρομαι που φεστιβάλ τα οποία παλαιότερα απαιτούσαν χορευτική μουσική πλέον εντάσσουν στο πρόγραμμά τους πολύ πιο «σκληρή» και «αλλόκοτη» μουσική. Αυτό βοηθά και εμάς να παίζουμε σε διοργανώσεις όπως το Primavera Sound ή το Honcho Festival στις ΗΠΑ, αλλά κυρίως δείχνει ότι τα αυτιά του κόσμου ανοίγουν σε μεγαλύτερη παλέτα ήχων.
Πιστεύετε ότι το σημερινό κοινό ακούει διαφορετικά σε σχέση με πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια;
D. D.: Η άνοδος των κοινωνικών δικτύων έχει μετατρέψει τον ήχο σε συνοδευτικό στοιχείο για σύντομα βίντεο και μικροσκοπικά αποσπάσματα εμπειρίας. Αυτό ευνοεί ορισμένα είδη ηχητικής δημιουργίας και όχι άλλα. Ταυτόχρονα περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ αναζητούν ακριβώς το αντίθετο: προσεκτική, μακράς διάρκειας και λεπτοδουλεμένη μουσική. Είναι μια παράδοξη κατάσταση. Καβαλήστε το κύμα και κρατηθείτε γερά!
Ποιος είναι ένας ήχος με τον οποίο εξακολουθείτε να έχετε εμμονή, αλλά δεν έχετε ακόμη βρει τρόπο να τον μετατρέψετε σε μουσική;
D. D.: Κάποια μέρα θα μάθω πώς να μικροφωνίζω σωστά ένα πιάνο, αλλά έπειτα από 34 χρόνια προσπαθειών δεν έχω γίνει καθόλου σοφότερος. Πάντα ακούγεται είτε υπερβολικά θολό είτε υπερβολικά λαμπερό. Ειλικρινά, είναι ένα απίστευτα εκνευριστικό όργανο. Ευλογημένοι να είναι οι ηχολήπτες των μέσων της δεκαετίας του ’60, που διέθεταν τα μικρόφωνα, τους προενισχυτές και τη γνώση για να πετύχουν τους ήχους που ακούγονται στους αγαπημένους μου δίσκους. Πρόκειται για μια τέχνη που χάνεται. Πολλές σύγχρονες ηχογραφήσεις είναι υπερβολικά συμπιεσμένες και είναι προφανές ότι υπάρχει ένας φόβος μήπως ακουστούν «αδύναμες» ή «ευάλωτες». Είναι σαν να βρίσκονται όλοι σε στεροειδή πλέον – και προσωπικά το βρίσκω απωθητικό.

info: MATMOS live.
Τη συναυλία ανοίγει ο Jay Glass Dubs.
Κυριακή 28 Ιουνίου στο Πλύφα (Κορυτσάς 39, Αθήνα).
Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.30 | Ώρα έναρξης: 21.00. Διάρκεια: 150′ (με διάλειμμα 20′).
Εισιτήρια από 25 ευρώ.
