Η κυβέρνηση παρουσίασε το «Πόσο Κάνει» ως όπλο στη μάχη κατά της ακρίβειας, όμως οι πρώτες δοκιμές χρηστών αποκαλύπτουν τα όριά του. Οι τιμές που εμφανίζει δεν καταγράφονται σε πραγματικό χρόνο, αλλά αποτελούν στιγμιότυπο αρκετών ημερών ή και εβδομάδων από τα ηλεκτρονικά καταστήματα των αλυσίδων, με αποτέλεσμα αποκλίσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 40% σε σχέση με την πραγματική τιμή ραφιού.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η πλατφόρμα αδυνατεί να καλύψει τα νωπά προϊόντα -κρέας, ψάρι, φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά-, δηλαδή ακριβώς τις κατηγορίες που έχουν ακριβύνει περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, δεν προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει κανείς την πορεία μιας τιμής στον χρόνο, ανά προϊόν και ανά αλυσίδα – ένα εργαλείο που θα αποκάλυπτε εύκολα πρακτικές όπως πλασματικές προσφορές, με ανατίμηση πριν από την «έκπτωση». Δεκαέξι χρόνια μετά το πρώτο ψηφιακό παρατηρητήριο τιμών, η χώρα αλλάζει ονόματα πλατφορμών χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά τη λογική: καταγραφή χωρίς εποπτεία, σύγκριση χωρίς ρύθμιση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό, αλλά κατανεμητικό. Συγκριτικά στοιχεία για τον πληθωρισμό ανά εισοδηματική κατηγορία δείχνουν ότι από το 2019 έως σήμερα ο γενικός δείκτης τιμών ανέβηκε κατά 25%, ενώ για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ η συνολική επιβάρυνση ξεπέρασε το 28%, με τη διατροφή να ακριβαίνει πάνω από 45% -σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από την αντίστοιχη επιβάρυνση στα υψηλά εισοδήματα. Μια εφαρμογή σύγκρισης τιμών δεν μπορεί να αγγίξει αυτή την ταξική διάσταση της ακρίβειας, ούτε τις δομικές της αιτίες: τη συγκέντρωση της αγοράς σε λίγες μεγάλες αλυσίδες, την αδιαφάνεια στα ενδιάμεσα περιθώρια κέρδους, την απουσία συστηματικών ελέγχων.
Πίσω από το εργαλείο διακρίνεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή: η ευθύνη για την αντιμετώπιση της ακρίβειας μεταφέρεται από το κράτος στον πολίτη. Αντί η κυβέρνηση να παρέμβει στη λειτουργία της αγοράς, αναθέτει στον καταναλωτή το έργο της σύγκρισης δεκάδων τιμών ανάμεσα σε καταστήματα, σαν η ακρίβεια να ήταν ζήτημα προσωπικής οργάνωσης και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών πολιτικής. Η λογική της «ατομικής ευθύνης» δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θεσμική ευθύνη: η ρύθμιση της αγοράς, ο έλεγχος των περιθωρίων κέρδους και η προστασία του εισοδήματος των πολιτών οφείλουν να παραμείνουν υπόθεση του κράτους, όχι προσωπικό βάρος του καθενός.
Ρηξικέλευθες παρεμβάσεις θα σήμαιναν μείωση ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών με ουσιαστικές κυρώσεις και μια ενιαία ψηφιακή και θεσμική αρχιτεκτονική που να συνδυάζει παρατηρητήριο τιμών, ολοκληρωμένα δεδομένα αγοράς και μηχανισμό ελέγχου σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, από τον παραγωγό έως το ράφι, με δυνατότητα ιχνηλασιμότητας και αυτόματης ανίχνευσης ασυνήθιστων μεταβολών τιμών.
Δημιουργεί ωστόσο ερωτήματα και ο τρόπος ανάθεσης του έργου. Η σχετική απόφαση εγκρίνει δαπάνη μόλις 11.532 ευρώ για «υπηρεσίες πληροφόρησης» προς μια πλατφόρμα που παρουσιάζεται ως κεντρικό εργαλείο της κυβερνητικής πολιτικής κατά της ακρίβειας. Ενα τόσο χαμηλό ποσό, προφανώς έξω από τα κατώφλια που επιβάλλουν διαδικασία ανοιχτού διαγωνισμού, ανοίγει ζητήματα διαφάνειας: ποιος ανέλαβε το έργο, με ποια κριτήρια επιλέχθηκε και πώς ένα τόσο περιορισμένο κόστος συνάδει με τη βαρύτητα που του αποδίδεται δημοσίως. Οταν η επικοινωνιακή προβολή ενός εργαλείου είναι μεγαλύτερη από την πραγματική επένδυση σε αυτό, το ερώτημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται πολιτικό.
*Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών/μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ
