Εάν εξετάσουμε τα πολιτικο-εμπειρικά δεδομένα όπως αυτά διαμορφώνονται στις σχέσεις Αθήνας – Αγκυρας τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνουμε πως και οι δύο πρωτεύουσες περνάνε μια φάση γεωπολιτικής αμηχανίας. Η μια, δηλαδή η Αγκυρα, σχεδιάζει να θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμά της με την ονομασία «Γαλάζια πατρίδα» και η άλλη, δηλαδή η Αθήνα, επαναπροσδιορίζει την αμυντική στρατηγική της με βάση τα νέα δεδομένα της πολεμικής βιομηχανίας.
Η περιώνυμη Συνθήκη της Λωζάννης, που υπογράφτηκε μεταξύ των δύο εθνικών κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας, το έτος 1923, εκ των πραγμάτων έχει αναθεωρηθεί. Σήμερα που έχουμε φτάσει στην τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα επιβάλλεται και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη (Ελλάδα – Τουρκία) να αρχίσουν να επανεξετάζουν τη συνύπαρξή τους ως εθνικο-πολιτικές οντότητες στη νέα εποχή που έχει ανατείλει.
Ολοι αντιλαμβανόμαστε ότι πολιτικοί και διοικητικοί μηχανισμοί και στις δύο πρωτεύουσες έχουν συμφέροντα (Interesse) να δομούνται οι σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία κατά το «εθνογενετικό πρότυπο» του δέκατου ένατου αιώνα. Και εννοείται να οικοδομούνται κατά το πρότυπο της «κατασκευής» του νεωτερικού εθνικού κράτους της Τουρκίας. Η ιστορική εξέλιξη όμως έχει οδηγήσει τους δύο γειτονικούς λαούς σε άλλους δρόμους. Στους δρόμους της συμφιλίωσης, της συνύπαρξης, της συνεργασίας και της διασύνδεσης, όπως συνηθίζεται να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο στη σύγχρονη πολιτική ιδεολογία.
Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική ιστορική φάση στις σχέσεις Αθήνας – Αγκυρας. Θέλω να επισημάνω τρία πολιτικά δεδομένα στην ανάλυσή μου: πρώτον, η εθνολογική-ταυτοτική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας των δύο προηγούμενων αιώνων (19ος και 20ός αιώνας) ανήκει στο παρελθόν. Στο ερώτημα γιατί οι δύο πλευρές στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ συντηρούν αυτή τη σύγκρουση ως συνθήκη «εθνικού αυτοπροσδιορισμού» των δύο λαών οφείλουν να απαντήσουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Σημειώνω μόνον πως οι πολιτικές αποφάσεις για το «ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων» όπως φαίνεται στο μέλλον θα λειτουργήσουν ως νεκροταφείο των δύο εθνικών συνειδήσεων και των δύο λαών.
Το δεύτερο πολιτικό δεδομένο συσχετίζεται με την αυτοσυνείδηση που διαμορφώνει η κάθε πλευρά. Η Αγκυρα θα μπορούσε στη στρατηγική επιχείρησή της να καταστεί «αυτοκρατορία» στην ευρύτερη περιοχή να μετριάσει τις ταυτοτικές πολιτικές της. Από την άλλη η Αθήνα θα μπορούσε να κατανοήσει ότι δεν είναι παράρτημα της «Δύσης». Είναι αυτεξούσια πολιτική οντότητα στη νέα πλανητική εποχή μας.
Δεν είμαι ειδικός στις διεθνείς σχέσεις ούτε στις ελληνοτουρκικές σπουδές, αλλά εκείνο που αντιλαμβάνονται οι πολίτες και στην Ελλάδα και στην Τουρκία είναι το εξής (ως συνείδηση και ως πολιτική): να ενταχθούν επιτέλους οι «ελληνοτουρκικές σχέσεις» στα νέα «γεω-οικονομικά δεδομένα». Ποια είναι αυτά; Και η Αθήνα και η Αγκυρα είτε θέλουν είτε δεν θέλουν θα ακολουθήσουν την ιστορική εξέλιξη της νέας πλανητικής εποχής. Η οικονομία και όχι η εθνική συνείδηση είναι η «πρώτη αρχή» για τη διασύνδεση των νέων πολιτικών οντοτήτων. Κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες (19ος και 20ός αιώνας) η εθνική ταυτότητα αποτελούσε το επικοινωνιακό μέσο (Medium) της εθνογένεσης. Στις μέρες μας τα οικονομικά μεγέθη ορίζουν την ταυτότητα των πολιτικών και των μεταεθνικών οντοτήτων.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
