ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Κάτσικας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρόσφατη εξαγορά του ιστορικού εκπαιδευτηρίου «Το Παγκρήτιον» στο Ηράκλειο Κρήτης από το βρετανικό επενδυτικό σχήμα Forfar Education δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Είναι ο δέκατος κρίκος μιας αλυσίδας εξαγορών που μετασχηματίζει τον χάρτη της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Το ερώτημα που ανακύπτει δεν αφορά μόνο την επιχειρηματική διάσταση των συμφωνιών. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα: ποιος θα διαμορφώνει το μέλλον της εκπαίδευσης; Ποια θα είναι η θέση των εκπαιδευτικών; Θα βελτιωθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών ή θα ενισχυθεί η εμπορευματοποίηση της γνώσης; Μέσα σε λίγα χρόνια, κορυφαία ελληνικά εκπαιδευτήρια πέρασαν στον έλεγχο πολυεθνικών ομίλων που δραστηριοποιούνται διεθνώς στον χώρο της εκπαίδευσης. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η αγορά συγκεντρώνεται σταδιακά στα χέρια λίγων μεγάλων διεθνών ομίλων, οι οποίοι διαθέτουν σημαντική οικονομική δύναμη και μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό.

Ποια ιστορικά ιδιωτικά σχολεία της χώρας περνάνε στον έλεγχο πολυεθνικών funds
Η Σχολή Μωραΐτη

Ποια ιστορικά ιδιωτικά σχολεία της χώρας περνάνε στον έλεγχο πολυεθνικών fundsΗ απάντηση δεν είναι πάντα η ίδια, ωστόσο οι λόγοι φαίνεται να συγκλίνουν. Το κόστος λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων αυξάνεται διαρκώς. Οι απαιτήσεις για σύγχρονες εγκαταστάσεις, ψηφιακό εξοπλισμό, διεθνή προγράμματα σπουδών, ξενόγλωσσα τμήματα και νέες εκπαιδευτικές υπηρεσίες απαιτούν επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ.

Παράλληλα, πολλές ιστορικές οικογένειες που δημιούργησαν τα σχολεία πριν από δεκαετίες βρίσκονται πλέον μπροστά σε ζητήματα διαδοχής. Οι νεότερες γενιές συχνά δεν επιθυμούν να συνεχίσουν τη διοίκηση των εκπαιδευτηρίων ή θεωρούν ότι η πώληση αποτελεί ασφαλέστερη επιχειρηματική επιλογή. Ετσι, τα funds εμφανίζονται ως επενδυτές με κεφάλαια, τεχνογνωσία και δυνατότητα ανάπτυξης.

Τι αλλάζει

Για τις οικογένειες που επιλέγουν την ιδιωτική εκπαίδευση, η νέα πραγματικότητα δημιουργεί προσδοκίες αλλά και προβληματισμούς. Από τη μια πλευρά, οι διεθνείς όμιλοι υπόσχονται εκσυγχρονισμό, νέες τεχνολογίες, διεθνή προγράμματα και καλύτερες υποδομές. Από την άλλη, ήδη σε ορισμένα σχολεία παρατηρούνται αυξήσεις διδάκτρων και προσπάθειες περιορισμού λειτουργικών δαπανών.

Το ερώτημα είναι αν η εκπαιδευτική ποιότητα θα παραμείνει η βασική προτεραιότητα ή αν η επίτευξη υψηλότερων οικονομικών αποδόσεων θα επηρεάσει τον χαρακτήρα των σχολείων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση των εξαγορών στους εργαζόμενους. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενιαία συμπεράσματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί προσπάθειες βελτίωσης των μισθών και των συνθηκών εργασίας μέσω διαλόγου με τις νέες διοικήσεις. Σε άλλες, όμως, υπάρχουν ανησυχίες για περιορισμό δαπανών, εντατικοποίηση της εργασίας και αύξηση των απαιτήσεων προς το προσωπικό. Η πραγματικότητα διαφέρει από σχολείο σε σχολείο και θα χρειαστεί χρόνος για να διαπιστωθεί αν οι νέες διοικήσεις θα επενδύσουν πραγματικά στο ανθρώπινο δυναμικό ή αν θα αντιμετωπίσουν την εκπαίδευση με αυστηρά επιχειρηματικά κριτήρια.

Ο μεγαλύτερος ίσως προβληματισμός αφορά τις πληροφορίες για δημιουργία «κάθετων» εκπαιδευτικών δομών, που θα καλύπτουν ολόκληρη τη διαδρομή ενός μαθητή: από το Νηπιαγωγείο έως και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ενα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να δημιουργήσει εκπαιδευτικούς κολοσσούς με τεράστια επιρροή στην αγορά. Οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι προσφέρει συνέχεια, οργάνωση και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Οι επικριτές του φοβούνται ότι η εκπαίδευση μετατρέπεται σταδιακά σε ένα «εκπαιδευτικό supermarket», όπου η γνώση αντιμετωπίζεται ως προϊόν και ο μαθητής ως πελάτης.

Η συζήτηση για τα funds στην εκπαίδευση δεν αφορά μόνο ιδιοκτησιακές αλλαγές. Αγγίζει το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής εκπαίδευσης. Η είσοδος μεγάλων διεθνών κεφαλαίων μπορεί να φέρει επενδύσεις, καινοτομία και διεθνή προσανατολισμό. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να ενισχύσει την εμπορευματοποίηση ενός χώρου που συνδέεται άμεσα με τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών. Το βέβαιο είναι ότι η εξαγορά του «Παγκρητίου» δεν αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής αλλά την αρχή μιας νέας εποχής. Μιας εποχής στην οποία το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος αγοράζει τα σχολεία, αλλά κυρίως ποιο σχολείο θέλουμε για το μέλλον και ποιος θα καθορίζει τον προσανατολισμό του.